Η Κουκουβάγια
Στο παρεθύρι χούγιαξε,
γλωσσού μια κουκουβάγια,
σταλμένη λες από Θεό:
<<Πάρε διαβόλι βάγια>>
κι άλλα πολλά ως την αυγή
λογάκια ζαβωμένα,
μου ΄σουρνε σα δασκάλισσα...
Τι βρήκε δα σ΄εμένα,
σκάρτο, φυρό, παράταιρο
και μ΄έβαλε σημάδι;
Να εννοήσω δεν μπορώ...
Μα ΄χω τον νου ζαρκάδι
και τα στρεβλά μου σώψυχα,
ταχιά γυρίζω σ΄άγια
και βάγια που μου πέφτουνε:
<<Ζαλώσου κουκουβάγια...>>