Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

 Συνταξιούχος 

<<Σαράντα χρόνους στο γκεζί,

τόσους και να εισπράξεις>>,

τον εαυτό μου νουθετώ...

<<Πένης θα τα τινάξεις>>,


ένα διαβόλι μέσα μου

σαρκάζει <<και μπατίρης!

Βλέφαρο ρίξε στο γυαλί!

Τούτος ο κακομοίρης


εσύ, που ήσουν κάποτε,

άνθος αραβοσίτου,

νυν εορτάζεις Κυριακή,

αυτή του Παραλύτου...>>


Κι έτσι κοπήκαν τα φτερά,

μαζεύτηκα και λέω:

<<Να ζήσω πλέον δε ποθώ,

άλογο ψωραλέο...>>


Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

 Εγώ ο Λάζαρος, μετά την ανάσταση μου

Η Μάρθα μου΄δωκε τον σάπωνα

και η Μαριώ στα ίσα κι άπονα:

-Νίψου γερά, χώμα μυρίζεις

κι όπου ακουμπάς το παν βρωμίζεις.

Καλά τα θάματα εν γένει,

αλλά ο καθένας που πεθαίνει,

αν αναστιόταν τόσο ευκόλως,

ο κόσμος θα γινόταν κώλος.


Η Μάρθα έβγαλε με νόημα,

δίχως αιδώ κι αρκούντως πρώϊμα,

μαντήλι άσπρο, ποτισμένο

νάρδο, στα πέντε τσακισμένο

και με προγκάει: - Σήψη  όζεις,

ίδιος στην όψη καραγκιόζης,

με τα εκρού κρεατικά σου...

Αδέρφι μπάστα... Κοίτα μάσου!


Η Μάρθα μου΄δειξε την έξοδο:

-Είσαι Λαλά βαρίδι κι έξοδο,

όσο λοιπόν κι αν σ΄αγαπάμε,

τέτοιο ματσούκι δε θα φάμε.

Γύρνα λοιπόν εκεί που ανήκεις,

στα νεκροσέντονα της φρίκης,

κι άσε μας μόνες... Τι σε μέλλει;

Άν κι εγερθείς, μηδέν οφέλη.


Και η  Μαριώ μου΄πε παρήγορα:

-Λάζαρε δεύρο μέσα γρήγορα...

Σάββατο 2 Μαΐου 2026


Η φλούδα και το πορτοκάλι

Ότι μετρά στον άνθρωπο,

βρίσκεται σωθικά του,

στον σκελετό, στους πνεύμονες,

στο έντερο του πάτου.


Γι΄ αυτό και γω σα μου ΄ρχεται,

να είδω ποίος είμαι,

σ΄ακτίνες πάγω, ισότοπα,

στο τομογράφο κείμαι.




Όχι εγώ

Ο πετεινός σαν γένει κότα,

φίλοι κι οχτροί γυρίζουν νώτα,

τι δε φοβούνται παλαμάρι...

Δεν κάμνω εγώ μια τέτοια χάρη!


 Ο Καλός Ποιμήν

Ποτές μου δεν εγνώρισα Ποιμένα

Καλό και χορτοφάγο σαν κι εμένα.

Αρνάκι οι πλείστοι τρώγουν κτηνοτρόφοι,

και για τη χώνευση τους Irish coffee...


 Ξαφνικός θάνατος

Ο θάνατος με βρήκε  στο κρεβάτι...

Τι γύρευα εγώ τον ακροβάτη,

να κάμνω απά στη Σούλα τη καυλιάρα;

Η σύζυγος δεν έδωκε μιά διάρα!


 Μικρά Φιλοσοφικά

-Ότι έχει Ανατολή, έχει και Δύση...

Τοιουτοτρόπως και εις το γαμήσι!

Πρώτα καυλώνεις, ύστερον χύνεις!

-Μπούρδα -Φιλόσοφε πες μας τι πίνεις;



Σαρακοστή

Σαρακοστή... Νηστεία με γαρίδες

νούμερο τρία, λίγες πεταλίδες

κι ένα πλοκάμι ψητό χταπόδι,

μπας και ξεφύγουμε απ΄τα γαιώδη!


 


Ο Ιησούς και η μοιχαλίδα

<<Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω>>

είπε ο Ιησούς... <<Αχ ξαναπέτο>>

έκρινα εγώ και του ΄δωκα μια πέτρα.

Τι το ΄θελα ο βλάξ; Μ΄έβγαλε σέντρα...


Παρασκευή 1 Μαΐου 2026

 Γράμματα και Τέχνες

Μπουρλότο στο <<Υπόγειο>>, τον <<Παίκτη>> θα λιανίσω,

και τ΄Αγιαννιού πουρνό-πουρνό θα πάρω το καράβι,

μες των Κυκλάδων τα πλατιά τα στήθια ν΄ αρμενίσω,

μήπως και τσουπροπαναγιά που τραγουδεί και ράβει,


τύχω και μείνω σώγαμπρος σ΄ένα κονάκι τσ΄ Άνδρου.

Αυτά που κρένω καποιανών ίσως φανούν μωρία,

μα προτιμώντας τις χαρές μιάς Κορθιανής φιλάνδρου,

πίσω θ΄αφήκω στα σωστά, << Έγκλημα - Τιμωρία>>.


Γιατί σβωλιάζουν τις καρδιές τα Γράμματα κι οι Τέχνες,

και του ποέτου δυό βολές αυξαίνουν τη καμπούρα

με κασσαβέτια που θα βρει σε δαύτες, σπέρμα, βλέννες

κι αποφορά μαντρότοιχου τρις ραντισμένου μ΄ούρα.


Θ΄απαρατήσω τους <<Φτωχούς>>, Ρασκόλνικοφ και Σία

και στό κεφάλι κόκκινη μπαντάνα θα κοτσάρω,

και πριν σκεφτώ το,  λάφυρο τυλώντας μι΄Ασπασία,

σε περιβόλι ολάνθιστο νιό παριστώ  κουρσάρο.


Κυριακή 26 Απριλίου 2026

 Υπόμνημα

Σκληρός ο Λόγος κι ένα σύμπαν χαμοκέλα,

ραίνει σοβάδες  της ψυχής μου την Τορά

χρόνους εξήντα τώρα. -Γεύσου καραμέλα,

τη ζυμωμένη δάκρυ, κόπους και  φθορά!


Πια δε μου πρέπουν χαραυγές... Έχω ξεμάθει

την ομορφιά κι ότι γουργούριζε παλιά,

μέσα στις φλέβες τις χλωρές. Το κατακάθι,

κάποιος περίτεχνα μου φόρτωσε ζαλιά.


-Δίφραγκα τέλος... Ο εισπράκτορας γαυγίζει

και δίνει σπρώξιμο σε στάση βορεινή.

Γεθσημανή... Άχου ζημιά, σάρακας τρίζει!

Σκαμνάκι, γάντζος,  τ΄απαραίτητο σχοινί


πως συνωθούνται κι είναι η ώρα η ενάτη,

κοράκια κρώζουν εν χορώ το nevermore,

πάνω λιπόσαρκη πλαγγόνα η Εκάτη,

κάτω εγώ που΄χω τον θάνατο για σπορ.





Σάββατο 18 Απριλίου 2026

 Μισή Ανάσταση

Με το <<Δεύτε λάβετε>> άναψα τσιγάρο

και βαρύς κινήθηκα για τους Ουρανούς,

σα μαζέτας, σα ψωριάς σέρνοντας το κάρο

φορτωμένο κήρυκες λύτρωσης  βραχνούς.


Μιά μισή Ανάσταση ήταν και για μένα,

δίχως τα μεγάφωνα στη Καισαριανή,

με τα χέρια πίσω μου σύρματα δεμένα

και στα μάτια κόκκινο πήχες δυό πανί.


Αχ ρημαδοκότετσο, άχ ληστών ξωκλήσσι

και μηρών το σύμπλεγμα πέρα στη Κανά,

ένας γάμος μυστικός, μιας νυχτιάς γαμήσι

κι ύστερις ανάκατα χήρες κι ορφανά.


Έτσι δεν περίμενα, είχα την ελπίδα

πως κερήθρα θα ΄τανε μόνη μου τροφή.

Πόσο πια γελάστηκα; Έστριψε η βίδα

και με μιάς κατέρρευσε δώμα κι οροφή.


Με το <<Δεύτε λάβετε>> χάραξα πορεία,

στρέφοντας το ρύγχος μου προς τη μέσα γη,

των Αγίων <<Ωσαννά>> πλάνταξε η  χορεία,

κι όλα ξάφνου εσαεί θέσανε  φραγή.






Κυριακή 5 Απριλίου 2026

 Η Κουκουβάγια

Στο παρεθύρι χούγιαξε,

γλωσσού μια κουκουβάγια,

σταλμένη λες από Θεό:

<<Πάρε διαβόλι βάγια>>


κι άλλα πολλά ως την αυγή

λογάκια ζαβωμένα,

μου ΄σουρνε σα δασκάλισσα...

Τι βρήκε δα σ΄εμένα,


σκάρτο, φυρό, παράταιρο

και μ΄έβαλε σημάδι;

Να εννοήσω δεν μπορώ...

Μα ΄χω τον νου ζαρκάδι


και τα στρεβλά μου σώψυχα,

ταχιά γυρίζω σ΄άγια

και βάγια που μου πέφτουνε:

<<Ζαλώσου κουκουβάγια...>>


Σάββατο 28 Μαρτίου 2026

 Στον Καθρέφτη

Κοιτάξαμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη...

Ένα χαμόγελο αχνό σαν υποψία

παλιού εγκλήματος,(μαϊμού η νεκροψία)

κι ατάλαντου μια ζωγραφιά τίγκα στο νέφτι.


Ένα παιδί κάποτε είχαμε υπάρξει,

τώρα μια σάπια διαδρομή ενός πληβείου,

από πλατεία Ομονοίας  στου Θησείου

τα σουβλατζίδικα που λύμη έχει αρπάξει.


Ρυτίδες κάθιδρες στα μάτια ρουθουνίζουν,

ταυριά που γλύτωσαν σφαγή σε μιάν αρένα.

Κάποια ονόματα φθαρμένα: Κάτια, Ρένα

και νέφη πάνω μας  <<ουαί>> να ψιχαλίζουν.


Τυφλός Θεός εντός μας ρίχνει πάλι ζάρι

και μαύρα πιόνια την οθόνη έχει γεμίσει,

από παντού σα Μεσολόγγι έχει κλείσει

το κάθε πέρασμα κι ορμάει να μας γδάρει.


Κοιτάξαμε τον εαυτό μας... Μιαν αλήθεια

δεν διακρίναμε, μια κάλπικη συγνώμη

για της ζωής μας την ημέρα την εβδόμη,

που ήδη σίμωσε και καίει μας τα στήθια.


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

 Εδώ στου δρόμου

Σαρακοστής απόβραδο χορτάτος καταισχύνη,

προς τα Σεπόλια κίνησα πατώντας μουλωχτά.

Τραυλός απάνω μου Θεός με μάνικα, οδύνη

ως τη ψυχή με μούσκευε χωρίς να μ΄αποχτά.


Μποτζάριζα, μουρμούριζα: <<Τί έχω να κερδίσω;

Στιχάκια μόνο κάλπικα σ΄ακρογιαλιές κωφών.

Ίσως πολύ καλύτερο, μονάχος μου να δύσω,

πιατέλες πίσω στέλνοντας ουράνιων τροφών>>.


Βρισκότανε κι ένα παιδί λερό από τη σκόνη,

χρόνου που το σακάτευε σα  πνεύμα σκυθρωπό.

Απόστρεψε τα μάτια του: <<Κανείς δε σε σκοτώνει...

Ατός και μόνος σούρθηκες  σ΄αυτή  τη στενωπό.


Τσίμπα λοιπόν κομμάτια σου και ΄πέστεψε στο σπίτι

που για τα σε ορθώθηκε πριν λάβεις τη ζωή.

Γκαβά καλά σου άνοιξε  στα Ρώ σαλέ του Ελύτη...

Και στα μισά της διαδρομής ακόμα είναι πρωί>>.


Έτσι μαθές συμβούλευε... <<Το κέρδος σου σαρίδια,

περνοδιαβαίνοντας στρατιά σαν άνεργος γραφιάς>>.

Γύρισα σπίτι μου... Παντού μαρμάγκες, μύγες, φίδια

κι άπλωσα δις οινόπνευμα γλαυκό της ξυραφιάς.



Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

 Η Ποίηση

Η Ποίηση μπιζέρισε τις λέξεις

και κίνησε μονάχη προς τη δύση,

κι εμέ που όλοι λέγανε πως κλίση

στο στίχο έχω, βάλε να εμπαίξεις.


Οι ρίμες προδοθήκαν από Χίτες,

και χάσανε αυγά τε και πασχάλια.

Μέσα λοιπόν καπλάνια τα κεφάλια,

μύριες οι Ποιητές αντέχουν ήττες.


Ένα μονάχα πράγμα δεν αντέχουν.

Το θάνατο σαν κουρταλεί τη θύρα,

στιχάκια τους ν΄αφήνουνε στη χήρα,

κι αυτοί για τα Ηλίσσια να τρέχουν.


Οι έρμες τι να κάμουν τα στιχάκια;

Καλύτερα μια σύνταξη τους πρέπει.

Εχθρό τους τώρα έχουν τον καθρέπτη

κι αυτόν τον υπερόπτη, τον ψυχάκια.


Η Ποίηση σιχάθηκε τους πάντες,

βάλτε συντρόφοι  τώρα που γυρίζει...

Απόκαμε η δόλια να μας χρίζει,

και μπαίνει (αλάργα μάγκες) με τις μπάντες.

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

 Επιστροφή

Τον Άγγελο μου χώρεσα στου κήπου το πηγάδι

και κίνησα μια χαραυγή για των Τεφρών τη χώρα,

όπου σαλπίζουνε βραχνές τρομπέτες και κοπάδι

ψυχές απά σε σύρματα τανιούνται αλγοφθόρα.


Από την τρύπια τσέπη μου φανέρωσα ένα σπίρτο,

και σκότη γύρω φώτισα με σκότος που ΄χα μέσα

στα σωθικά. Και θέριεψε αξάφνου θέρος- πυρ. Το

πράσινο ρίγος των  νερών ομπρός μου κι έγια-λέσα.


-Πάρ΄οβολό που μου ΄βαλε τ΄αδέρφι μου στο χέρι,

και δώκε εισιτήριο Βαρκάρη  να΄χει μπέσα,

τι ΄κεί που πάγω δε φτουρά λιγνό μελισσοκέρι,

μόνο Θεών γραμμάτια ληκτά και νιτερέσα. 


-Γύρισε πίσω άκαιρε, για σε δεν έχει τόπο...

Μονιά σου ακόμα η ζωή  όσο στραβή κι αν στέκει.

Ξέρω, σε βάζω σε φρικτό παράδρομο και κόπο...

Στάσου στον όχτο νουνεχώς... Μη μου γαμείς το πρέκι!


Κι έτσι στα πρώτα βρέθηκα, τον άγγελο ξεθάβω

κι από τη μέση άδραξα ζωή που΄χα αφήσει.

Οι φίλοι με πειράζουνε: <<Ξεγλίστρησες τον κάβο>>,

μα εγώ απ΄όλους πιο καλά γνωρίζω που΄ναι η  Κρίση!

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

 Διδότου

Μες στη βροχή σε καρτερούσα στη Διδότου,

νύχτα λευκή θα ΄πρεπε να ΄ταν η τετάρτη,

στις τσέπες μου σχισμένο έσφιγγα ένα χάρτη

κι ένα φτερό αγγέλου αιμάτινο εκπτώτου.


Τα φώτα κίτρινα στα ρείθρα λαμπυρίζαν,

κάτι πλαγγόνες ξεγδαρμένες σε βιτρίνα

όλο μου γνέφαν, κάπου αχούσανε κλαρίνα

που στ΄άκουσμα τους Παναγιές πικροδακρύζαν.


Ποτέ δεν ήρθες κι οι ομπρέλες του Χερβούργου,

θυμίζουν έρωτα κλινήρη που σαπίζει,

σε κάποιο ντοκ λες κι είναι πόρνη που γυρίζει,

σκαμπίλι ψάχνοντας και λάζο ενός κακούργου.


Έχουν περάσει από τότε χίλια χρόνια...

Σαν τον Ρεμπώ πάνω σε μπάρκο μεθυσμένο,

ναυσιπλοώ απ΄το γεννιέμαι ως το πεθαίνω.

Νύχτα λευκή... Διδότου...Μένω από πιόνια...


Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

 Απόκρεω

Σου γράφω από μια πόλη που πεθαίνει,

απόγιομα τρελής Αποκριάς,

στο δίχτυ μιας κατάθλιψης βαριάς

πλην ντρέτας... Απ΄τα κόκκαλα βγαλμένη


κι΄από το Έν του χάρτινου Πλωτίνου,

το πάντα γωνιώδες κι οχληρό,

παράσταση ορθρίζει του Μιρό...

Ιδού: <<Το καρναβάλι  του Αρλεκίνου>>.


Η θλίψη επιμένει σα λατέρνα

ξεκούρδιστη που τρίζει στη γωνιά,

μες στης γιορτής την τόση  παγωνιά,

των τάφων να υμνωδεί τη  ψόφια σμέρνα.


Κι εγώ που πλάνης άγιος με σκέπει,

στιχάρι κοσμημένος πορφυρό,

ανάβω μ΄ένα σπίρτο τον κηρό,

΄τι πρέπει  στ΄Άγιο Πνέμα να μη βλέπει...


Κυριακή 8 Φεβρουαρίου 2026

 Ασώτου

Της Αττικής σιχάθηκα το φάος και το άλας,

στρέφοντας νου κι εντόσθια στη γη των Αφανών,

όπου συγύρισα μονιά δίχως σκεπή ο τάλας,

μ΄ένα λαμπτήρα  βατ οκτώ αστέρων απλανών.


Που ο Πατήρ, τ΄Αδέρφι μου, της μάνας το μνημούρι,

που όριζαν τις ώρες μου και τη καλή χρονιά;

Τώρα πικρότατοι ψαλμοί ξεπλένουν το αχούρι

απ΄την οσμή των γουρουνιών που βόσκουν στη γωνιά.


Εμπρός λοιπόν στα πόδια μου...Τη νυστουριά τινάζω,

κι ευθύς για εισιτήριο: <<Ντέκι για Πειραιά>>.

Εις εαυτόν μου στρέφομαι κι  από χαρά κοάζω:

<<Βατράχι σου πατρίδα μου, γλυκιά και γηραιά.


Πατέρα μου, στο Σούνιο που στέκεις πετρωμένος

ζωντάνεψε, τα μαύρα μου μαζεύω τα πανιά,

και σού ΄ρχομαι σα ζήτουλας στην αγκαλιά χωμένος

την σην αεί να στέκομαι, τι δράκος η  ορφανιά...>>


Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

 Πρώτη Κυριακή του Τριωδίου

Σ΄ένα κήπο λυπημένο,

όλο μάρμαρα χυμένο,

χρόνια δέκα καρτερώ,

να φανείς παλιά μου αγάπη,

απ΄τον χρόνο τον χασάπη,

πληγωμένη στο φτερό.


Έχω τόσα μαζεμένα

λόγια φαρμακοπιωμένα,

που δεν γρίκησε κανείς.

Λόγια μοναχά για σένα,

σα γιορντάνι, σα καδένα,

στο λαιμό μιας Βακτριανής.


Έλα πιάσε το φλιτζάνι,

(κάποτε με λέγαν Γιάννη)

δίπλα κάθισε Καλή.

Ο καφές κι αν παγωμένος,

άνοστος, ξεθυμασμένος,

σ΄ένα σμίξιμο καλεί.


Μες στο κύμα των τραυμάτων,

ορατών και αοράτων

κι αν δεν έρθεις είμ΄ εγώ,

για τους δυο μας να τοξεύω

το θεριό, να ταξιδεύω 

με την σάπια μου Αργώ.


Συ πατρίδα και Κολχίδα

από τη στιγμή που σ΄είδα,

μέχρι τώρα που θα βρω,

μαύρο θάνατο στο κήπο,

απ΄των ρολογιών το χτύπο,

μ΄ωροδείκτη στο πλευρό.


Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

 Επαγγελματικός προσανατολισμός

 Ζούσε κάποτες μιά υπηρέτρια,

που είλκε την  καταγωγήν από Ερέτρια,

μα δυστυχώς είς όλα εδείχθη μέτρια.

Και είπεν: -Ή θα γένω ταξιθέτρια,

ή θα φοιτήσω είς Νομικήν διά Εφέτρια.

Μηδέν εις το πηλίκο, τι τ΄αλέτρια

του Γεχωβά, κάμαν κιμά την υπηρέτρια...