Συνταξιούχος
<<Σαράντα χρόνους στο γκεζί,
τόσους και να εισπράξεις>>,
τον εαυτό μου νουθετώ...
<<Πένης θα τα τινάξεις>>,
ένα διαβόλι μέσα μου
σαρκάζει <<και μπατίρης!
Βλέφαρο ρίξε στο γυαλί!
Τούτος ο κακομοίρης
εσύ, που ήσουν κάποτε,
άνθος αραβοσίτου,
νυν εορτάζεις Κυριακή,
αυτή του Παραλύτου...>>
Κι έτσι κοπήκαν τα φτερά,
μαζεύτηκα και λέω:
<<Να ζήσω πλέον δε ποθώ,
άλογο ψωραλέο...>>