Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

 Η Κραυγή

Έπρεπε πρώτα να τρακάρω στα γερά

και να΄ μαι στον πλανήτη των πιθήκων,

σε πεθυμιάς δάση ανάμεσο ξερά, 

εξάμβλωμα  εγώ αρχαίων οίκων.


Ψυχή αλάδωτη, σφοδέλοι  στα μαλλιά,

<<Παλλάς>> λησμονημένο στο τασάκι.

Γέμει το σπίτι των Κηρών από παλιά,

με σλάιντερ και ρόδες καβασάκι.


Μνημούρια σάβανα την άσφαλτο κοσμούν,

βουκέντρα σε ταξίδι με το πόδι

που κάνω κάθιδρος. Σκυλιά ορθοτομούν

της Κόρης το χεράκι με το ρόδι.


Κι ώρα σωστή αυτή ν΄αυτιάσω την <<Κραυγή>>

του Μούνκ απ΄το χιονώδες (μάλλον) Όσλο,

στον πηγαιμό για μιάν Ιθάκη σαν θα βγει,

με στάχτες μου ραντίζοντας τον όχλο.

Τρίτη 18 Αυγούστου 2026

 


Τα  μεσημέρια

Τα μεσημέρια θάνατος

τυφλιάρης,  τρισκατάρατος,

ένα γκαζώνει  Άουντι

μαύρο και  θράσος Γκαουντί,


ψάχνοντας  νιούς και γέροντες,

για τσάρκα στους Αχέροντες.

Μα ΄χω το νου μου εγώ στο φως,

δεν είμαι δα Δαφνιού τρελός


και κρύβομαι στο σπίτι μου,

τέκνο σποριά πολύτιμου,

με στόρια κάτω, σιωπηλός

σα Σφίγγα, εύθρυπτος πηλός.


Τα μεσημέρια θάνατος

μα εγώ θα μένω αθάνατος,

γιατί γνωρίζω πως το φως,

χάσαπας στέκει ντιπ κωφός.



Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

 SEIKO 5

Ο Επίκουρος στη Βάρη:

-Πάει το SEIKO πεντάρι...

Κάπου το΄χασα ο τάλας!

Χείρα τώρα μιας κουφάλας


θα στολίζει λαμνοκόπου

και ουτιδανού ανθρώπου,

η Πλατωνιστή κρετίνου

απ΄ το Ξώμβουργο της Τήνου...


Οίμοι το χρυσούν πεντάρι

που φορούσα με καμάρι,

μες του Κήπου την απλάδα

Τζιτζιφιές μα και Γλυφάδα.


Δίνω μούντζα τώρα μία,

στον Ερμή το γιό του Δία,

κι ένα Citizen σκρολάρω

από  Scrooge μήπως και πάρω.


Και θα βάλω ασφαλείας

το λουράκι μπας κι Αλίας

μου το κλέψει, μου το πάρει

εις τα Βλάχικα, στη Βάρη...





 Μπραχάμι

Βροχάτη Πρέβεζα θυμίζει το Μπραχάμι

και μουτζαλιά σ΄ένα γραπτό του Θουκυδίδη,

<<Παλιές μπανιάρες, χαρτικά, ξύλινα είδη>>,

βραχνός τσιγγάνος παζαρεύει στο ποτάμι.


Άλλος με δίκαννο σκαλίζει τα μυαλά του,

άλλος στον τέταρτο γυρεύει μιάν ανάσα

κι είναι ο θάνατος φτενή tabula rasa

που μαγαρίζει άθελα της νύξ Σαββάτου.


Να ΄μαι κι εγώ του χωροχρόνου ταξιδιώτης,

φρυγανισμένος απ΄ την κάψα του αιώνα,

με το κοντάρι πήχες πέντε  στη λαγόνα,

σ΄ένα ψυχόδραμα ταγμένος Δον- Κιχώτης.


Κιχώτης μάλιστα, μα τρέμω το λιβάνι,

τα φερετρόξυλα, τους τάφους, το καντήλι

και λένε ψέματα οικτρά τα δυό μου χείλη,

πως βλογημένος τη ζωή του όποιος χάνει.


Ας είναι...Πρέβεζα για μένα το Μπραχάμι

όσο τους στίχους να σκαρώσω τους θλιμμένους,

κι είμαι ο πούστης απ΄τους πάντα κερδισμένους,

με το εννιάρι δίχως σφαίρα στη θαλάμη.




Κυριακή 28 Ιουνίου 2026

 Ο ποιητής της συμφοράς

Σκάρωνα στίχους μια ζωή

για της θανής τις χάρες,

μα τώρα που΄ρθαν τα στερνά:

Αλί, τι σαχλαμάρες,


καθόμουν και αράδιαζα

με μέτρο και με τάξη.

Στη Τήνο και στη Παναγιά

κάλλιο να μ΄είχαν τάξει,


η μήτηρ μου και ο πατήρ

και στο Χριστό στα Σπάτα,

τριβόλι να μην μ΄εύρισκε,

περπατησιά σε βάτα.


Όμως υπάρχει ακόμα ελπίς,

το πράμα να γυρίσω,

γράφοντας κάτι θετικό,

μάγια φρικτά  να λύσω.


Αρχίζω: <<Νύχτα στυγερή,

τάφε ψυχής μου δόλιας...>>

Λημνιό γυρίζει ο ξυδιάς,

αλλάζει ο κουτομόγιας;




Παρασκευή 22 Μαΐου 2026

 Συνταξιούχος 

<<Σαράντα χρόνους στο γκεζί,

τόσους και να εισπράξεις>>,

τον εαυτό μου νουθετώ...

<<Πένης θα τα τινάξεις>>,


ένα διαβόλι μέσα μου

σαρκάζει <<και μπατίρης!

Βλέφαρο ρίξε στο γυαλί!

Τούτος ο κακομοίρης


εσύ, που ήσουν κάποτε,

άνθος αραβοσίτου,

νυν εορτάζεις Κυριακή,

αυτή του Παραλύτου...>>


Κι έτσι κοπήκαν τα φτερά,

μαζεύτηκα και λέω:

<<Να ζήσω πλέον δε ποθώ,

άλογο ψωραλέο...>>


Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

 Εγώ ο Λάζαρος, μετά την ανάσταση μου

Η Μάρθα μου΄δωκε τον σάπωνα

και η Μαριώ στα ίσα κι άπονα:

-Νίψου γερά, χώμα μυρίζεις

κι όπου ακουμπάς το παν βρωμίζεις.

Καλά τα θάματα εν γένει,

αλλά ο καθένας που πεθαίνει,

αν αναστιόταν τόσο ευκόλως,

ο κόσμος θα γινόταν κώλος.


Η Μάρθα έβγαλε με νόημα,

δίχως αιδώ κι αρκούντως πρώϊμα,

μαντήλι άσπρο, ποτισμένο

νάρδο, στα πέντε τσακισμένο

και με προγκάει: - Σήψη  όζεις,

ίδιος στην όψη καραγκιόζης,

με τα εκρού κρεατικά σου...

Αδέρφι μπάστα... Κοίτα μάσου!


Η Μάρθα μου΄δειξε την έξοδο:

-Είσαι Λαλά βαρίδι κι έξοδο,

όσο λοιπόν κι αν σ΄αγαπάμε,

τέτοιο ματσούκι δε θα φάμε.

Γύρνα λοιπόν εκεί που ανήκεις,

στα νεκροσέντονα της φρίκης,

κι άσε μας μόνες... Τι σε μέλλει;

Άν κι εγερθείς, μηδέν οφέλη.


Και η  Μαριώ μου΄πε παρήγορα:

-Λάζαρε δεύρο μέσα γρήγορα...