Άρνηση
Μεσάνυχτα γυρίζουνε οι
φίλοι,
φορώντας τα παλιά τους τα
παλτά.
Στο χέρι τους μαχαίρι και
μπαλτά
κραδαίνουν. Με σφιγμένο το
αχείλι,
διωγμένοι απ΄του
Παράδεισου τους τόπους
κι απ τις ειρκτές τις
μαύρες του ουρανού,
τη μάσκα κουβαλούν του
Ιανού,
μολεύοντας την με χιλιάδες
τρόπους.
Τον ένα λεν Λουκά τον άλλο
Μάρκο,
τον τρίτο δεν θυμάμαι για
να πω.
Έχουνε ύφος μάλλον ποταπό,
λες να σανε ματάκηδες σε
πάρκο.
Έρχονται απροσκάλεστοι
ομάδι.
Τη πόρτα μου χτυπούν. Δεν
απαντώ.
Τα πορτατίφ καλύπτω
μ΄υφαντό
και προτιμώ να μένω στο
σκοτάδι.
Κι αν κάποτες υπήρξαν
λατρεμένοι,
τρομάζουν τώρα κάθε λογικό.
Δείχνει να το τραβούν το φονικό,
έτσι λοιπόν το βύσσινο ας
μένει…
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου