Εγώ ο Λάζαρος, μετά την ανάσταση μου
Η Μάρθα μου΄δωκε τον σάπωνα
και η Μαριώ στα ίσα κι άπονα:
-Νίψου γερά, χώμα μυρίζεις
κι όπου ακουμπάς το παν βρωμίζεις.
Καλά τα θάματα εν γένει,
αλλά ο καθένας που πεθαίνει,
αν αναστιόταν τόσο ευκόλως,
ο κόσμος θα γινόταν κώλος.
Η Μάρθα έβγαλε με νόημα,
δίχως αιδώ κι αρκούντως πρώϊμα,
μαντήλι άσπρο, ποτισμένο
νάρδο, στα πέντε τσακισμένο
και με προγκάει: - Σήψη όζεις,
ίδιος στην όψη καραγκιόζης,
με τα εκρού κρεατικά σου...
Αδέρφι μπάστα... Κοίτα μάσου!
Η Μάρθα μου΄δειξε την έξοδο:
-Είσαι Λαλά βαρίδι κι έξοδο,
όσο λοιπόν κι αν σ΄αγαπάμε,
τέτοιο ματσούκι δε θα φάμε.
Γύρνα λοιπόν εκεί που ανήκεις,
στα νεκροσέντονα της φρίκης,
κι άσε μας μόνες... Τι σε μέλλει;
Άν κι εγερθείς, μηδέν οφέλη.
Και η Μαριώ μου΄πε παρήγορα:
-Λάζαρε δεύρο μέσα γρήγορα...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου