Πέμπτη 7 Μαΐου 2026

 Εγώ ο Λάζαρος, μετά την ανάσταση μου

Η Μάρθα μου΄δωκε τον σάπωνα

και η Μαριώ στα ίσα κι άπονα:

-Νίψου γερά, χώμα μυρίζεις

κι όπου ακουμπάς το παν βρωμίζεις.

Καλά τα θάματα εν γένει,

αλλά ο καθένας που πεθαίνει,

αν αναστιόταν τόσο ευκόλως,

ο κόσμος θα γινόταν κώλος.


Η Μάρθα έβγαλε με νόημα,

δίχως αιδώ κι αρκούντως πρώϊμα,

μαντήλι άσπρο, ποτισμένο

νάρδο, στα πέντε τσακισμένο

και με προγκάει: - Σήψη  όζεις,

ίδιος στην όψη καραγκιόζης,

με τα εκρού κρεατικά σου...

Αδέρφι μπάστα... Κοίτα μάσου!


Η Μάρθα μου΄δειξε την έξοδο:

-Είσαι Λαλά βαρίδι κι έξοδο,

όσο λοιπόν κι αν σ΄αγαπάμε,

τέτοιο ματσούκι δε θα φάμε.

Γύρνα λοιπόν εκεί που ανήκεις,

στα νεκροσέντονα της φρίκης,

κι άσε μας μόνες... Τι σε μέλλει;

Άν κι εγερθείς, μηδέν οφέλη.


Και η  Μαριώ μου΄πε παρήγορα:

-Λάζαρε δεύρο μέσα γρήγορα...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου