Εδώ στου δρόμου
Σαρακοστής απόβραδο χορτάτος καταισχύνη,
προς τα Σεπόλια κίνησα πατώντας μουλωχτά.
Τραυλός απάνω μου Θεός με μάνικα, οδύνη
ως τη ψυχή με μούσκευε χωρίς να μ΄αποχτά.
Μποτζάριζα, μουρμούριζα: <<Τί έχω να κερδίσω;
Στιχάκια μόνο κάλπικα σ΄ακρογιαλιές κωφών.
Ίσως πολύ καλύτερο, μονάχος μου να δύσω,
πιατέλες πίσω στέλνοντας ουράνιων τροφών>>.
Βρισκότανε κι ένα παιδί λερό από τη σκόνη,
χρόνου που το σακάτευε σα πνεύμα σκυθρωπό.
Απόστρεψε τα μάτια του: <<Κανείς δε σε σκοτώνει...
Ατός και μόνος σούρθηκες σ΄αυτή τη στενωπό.
Τσίμπα λοιπόν κομμάτια σου και ΄πέστεψε στο σπίτι
που για τα σε ορθώθηκε πριν λάβεις τη ζωή.
Γκαβά καλά σου άνοιξε στα Ρώ σαλέ του Ελύτη...
Και στα μισά της διαδρομής ακόμα είναι πρωί>>.
Έτσι μαθές συμβούλευε... <<Το κέρδος σου σαρίδια,
περνοδιαβαίνοντας στρατιά σαν άνεργος γραφιάς>>.
Γύρισα σπίτι μου... Παντού μαρμάγκες, μύγες, φίδια
κι άπλωσα δις οινόπνευμα γλαυκό της ξυραφιάς.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου