Η Ποίηση
Η Ποίηση μπιζέρισε τις λέξεις
και κίνησε μονάχη προς τη δύση,
κι εμέ που όλοι λέγανε πως κλίση
στο στίχο έχω, βάλε να εμπαίξεις.
Οι ρίμες προδοθήκαν από Χίτες,
και χάσανε αυγά τε και πασχάλια.
Μέσα λοιπόν καπλάνια τα κεφάλια,
μύριες οι Ποιητές αντέχουν ήττες.
Ένα μονάχα πράγμα δεν αντέχουν.
Το θάνατο σαν κουρταλεί τη θύρα,
στιχάκια τους ν΄αφήνουνε στη χήρα,
κι αυτοί για τα Ηλίσσια να τρέχουν.
Οι έρμες τι να κάμουν τα στιχάκια;
Καλύτερα μια σύνταξη τους πρέπει.
Εχθρό τους τώρα έχουν τον καθρέπτη
κι αυτόν τον υπερόπτη, τον ψυχάκια.
Η Ποίηση σιχάθηκε τους πάντες,
βάλτε συντρόφοι τώρα που γυρίζει...
Απόκαμε η δόλια να μας χρίζει,
και μπαίνει (αλάργα μάγκες) με τις μπάντες.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου