Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012


 

            ΣΥΜΠΟΣΙΟ

 

Στο χέρι λούγκερ κι η πληγή στ΄αριστερά,

αντίς για γαίμα ύδωρ λάλον αναβλύζει,

έρωτες, τάφους κι αρκετό γαμήλιο ρύζι,

πέτρας βερνίκι απ΄ τα πρώτα μου φτερά.

 

Σβηστό φανάρι εν τω μέσω της νυκτός,

γηροκομεί τις πιο ρηχές μου αναμνήσεις.

Καιρός να δέσεις τον καημό, καιρός να λύσεις

κι ας σκορπιστεί μέχρι τα πέρατα πηχτός.

 

Βακχεύει εντός μου η αρχαία συντροφιά,

από του Χάους τον αυλό σα μαγεμένη.

Τα σβήνει όλα ο Βοριάς, όλα τα παίρνει,

τον Όλυμπο, τη Θήρα, την Αγιά Σοφιά.

 

Αποσταμένος περιμένω να φανεί,

το πρώτο άστρο με επίδεσμο στο χέρι.

Θα χει πεθάνει μα καθένας πως να ξέρει

πως άδειοι μένουν κι ορφανοί οι ουρανοί;

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012


 

Παραινέσεις για τον καιρό της Πανούκλας

 

Δαγκάνουν τα βουνά, γδέρνουν οι λόφοι,

στις πεδιάδες καίνε τον Ιούδα.

Μονάχα μια ελπίδα κι αυτή φρούδα,

να πορευτείς αντάμα με τον όφι,

 

σα να ΄ταν ξεχασμένος κάποιος φίλος,

οχτρός που πισωγύρισ΄απ΄τα σπλάχνα

για να κουρνιάσει πάλι δίχως άχνα,

φιλέρημος στου φιλιατρού το χείλος.

 

Γυρεύουν κι οι ορίζοντες ανάσα,

καρδία που ν΄αντέχει μες το στήθος

πλήγματα μύρια. Της κραυγής τον λίθο

σα βρέφος κράτησε κάτω απ΄τα ράσα

 

και κάμε τον μουγγό για τον κουτσάφτη,

διήρη αρματώνοντας για χώρες

μεσημβρινές. Εκεί και θάλλουν Κόρες

ευαίσθητες στα βάσανα του Ναύτη.

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012


          Ωδή εις θάνατον

 

Τον φτύσαν κατά πρόσωπο γιαγιάδες,

παιδιά, γερά τον περιφρόνησαν.

Υψώνοντας το βλέμμα στις Πλειάδες,

άγουρες κόρες αυτοκτόνησαν.

 

Άλλοι πάλι ορμώντας μεσ΄τα γκρέμια,

στη ζήση δώκαν κάποιο νόημα,

τ΄Αλόγου χαλαρώνοντας τα γκέμια,

βαρέθηκαν και φύγαν κάπως πρώιμα.

 

Γράψαν για δαύτον ποιητάδες στίχους,

την κεφαλή του ρόδα στόλισαν,

φίλο τον κράξαν, βασιλέα του ψύχους.

Έτσι κάθε μυστήριο το λυσαν.

 

Και με ρωτάς εγώ αν τον φοβάμαι

κι αν γόνυ κάμπτω στη ρομφαία του;

Τα λόγια χάνουμε. Σαν τι μιλάμε

φάσμα απ΄τη μεριά τ΄Αθέατου;

 

 

         Ψυχής αναζήτηση

 

Ποιο να είναι το κόστος μιας ψυχής,

επιπλωμένης και με πόρτα ασφαλείας,

απηλλαγμένης φόβου, πάθους και δειλίας,

άνευ ουδεμίας αμυχής;

 

Πάλιωσ΄η δικιά μου για καλά.

Αρμοί τριζοβολούν, σαράκι τρώει το ξύλο,

ένα μαρμάρινο λιοντάρι απά στη Δήλο,

που αιώνων πίκρα κουβαλά.

 

Πώς να ξεντυθώ το παρελθόν;

Τα ξεσχισμένα της νιότης υποδήματα,

προικώο μου αφήκαν φρικτά οιδήματα,

ίνα εύρη ο θάνατος ελθών.

 

Βασιλεύει τ΄άστρο της νυκτός,

κοπάζει εντός μου η αρχαία τρικυμία.

Είναι απλά ο βίος σύνθετη χημεία

και αγέρας κόλασης πηχτός.

               Ψυχή

 

(Στη Μαρία Φ.)

 

Λιπαντικά χρειάζεται η ψυχή

να έβγει απ΄το σώμα, να πετάξει.

Την άχαρη ζωή ν΄αφήσει πίσω της,

το παρελθόν το γκρι μήπως κι αλλάξει.

 

Τα δέντρα χαιρετά, τους κήπους, τα νερά,

την άνοιξη που μπαίνει μεσ΄τη πόλη.

Πια πίσω δεν κοιτά κι ανοίγει τα φτερά,

αργά-αργά προς τη μεγάλη Σχόλη.

 

Ένα κρασί έχει ανάγκη η ψυχή

να ζαλιστεί, να χάσει το στρατί της.

Ξεχνώντας το τι έζησε, να γελαστεί.

Στους ουρανούς να αναστηθεί κομήτης.

 

Ένα φιλί γυρεύει η ψυχή

κι ένα παλιό παλτό για να φορέσει.

Παγώνει η μοναξιά κάθε χαμόγελο.

το δίκιο της να βρει πώς θα μπορέσει;

 

Τα δέντρα χαιρετά, τους κήπους, τα νερά,

την άνοιξη που μπαίνει μεσ΄τη πόλη.

Πια πίσω δεν κοιτά κι ανοίγει τα φτερά,

αργά-αργά προς τη μεγάλη Σχόλη.

 

      Χωρίς Ανάσταση

 

Κρατούν οι μέρες Άγια Λόγχη

και που πληγώνουν το πλευρό.

Μέσα στου χάρου την απόχη,

βάζω πατούμενο σεβρό

 

κι όλα τ΄αφήνω όπως πάνε,

τους καζαμίες δεν ρωτώ,

στόματα κρύα με φιλάνε,

σ΄αυτή τη τρύπια κιβωτό.

 

Κρατούν τα χρόνια το σφουγγάρι,

όξος κερνούνε και χολή

μα εγώ κοιτάζω το φεγγάρι

κι ας είναι η εικόνα του θολή.

 

Εντός μου σκάβω πάλι πέτρα.

Βούρκος τ΄αθάνατο νερό.

Μάγος απλώνω μαύρη μπέρτα

σ΄αστείο νούμερο ρετρό.

 

Κρατούν τα χρόνια το καλάμι,

πορφύρα ντύνουν το κορμί.

Μια ανάσα Γολγοθάς-Μπραχάμι,

φτάνει να υπάρχει η  αφορμή.

 

 Χαμηλό βαρομετρικό

 

Είπαν χαλάει ο καιρός.

Κουρνιάστε σπίτι.

Δεν έχει απόψε καφενέ

κι αποσπερίτη.

 

Πάτε στις γυναικούλες σας

Να σας ζεστάνουν.

Πριν καν το καταλάβετε,

θα σας πεθάνουν.

 

 

Χωθείτε στα κρεβάτια σας

Από τις έξη.

Πιείτε ένα τσάι με κονιάκ

και ότι βρέξει.

 

Έρχονται μπόρες δυνατές

θανατηφόρες.

Κάποιοι από εμάς αλλοίμονο,

μετράνε ώρες.

 

Είπαν χαλάει ο καιρός,

πως θα χιονίσει.

Της ιστορίας ο τροχός

Θα σταματήσει.