Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012


 

Άτυχος έρωτας

 

Στ΄αγκίστρι καρφωμένος σπαρταρώ

του Ήλιου. Κι αν πεθαίνω, δε με μέλλει.

Γένηκα φευ στο στρώμα σου μπιζέλι,

μια Πυραμίδα δίχως Φαραώ.

 

Κοντά σου ορφανή ήμουν σκιά,

φάσμα κυφό στο λίκνισμα της μέρας,

πανάκι βατεμένο μπάτη αγέρα,

σε άντρο κορασίδων μια γριά.

 

Δεν ήταν έτσι πάντα. Μια φορά

μου χάριζες Μαγιάτικα στεφάνια.

Πως μ΄έριξες στο πάτο, στην ορφάνια

ακόμη ο νους μου ο γλίσχρος δεν χωρά.

 

Θ άντέξω… Χορτασμένος συμφορές

ανάβω της καρδιάς το καμινέτο,

ένα καϊφέ να φτιάξω νέτο σκέτο,

γυρεύοντας χρησμό στις Αγορές.

 

 

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012


Συνέργεια σε Απόδραση Κρατουμένων



Στο Κηπουρό, ποιος δίνει σημασία;

Έτσι κι αλλιώς στο κλάδεμα ενδίδει,

κάθε που σέρνεται τυφλό το Φίδι,

απά στη πρώτη τ΄Άγχους υγρασία.

 

Ρούχο στενό. Κιστέρνα μουχλιασμένη.

Φιλήδονο το στόμα συλλαβίζει

Επίκουρον από το ρωγοβύζι

ως τη στερνή ανάσα… Τι απομένει;

 

Λυγρή αυδή ως Επιτάφιος θρήνος,

κάποιου που παραδέχτηκε την ήττα,

χαλώντας τη ζωή του για μια Ρίτα…

Μαζί του γερασμένος Αρλεκίνος,

 

στραβοπατώ και παίρνω την ευθύνη

των λόγων που θα πω: <<Δότε μοι ώτα,

τιμόνι στρέψτε, την άλλη πάρτε ρότα,

τι μύρισε ο Τόπος ναφθαλίνη>>.

 

Δευτέρα 22 Οκτωβρίου 2012


         Επιθανάτιος Ρόγχος

 

Το σώμα ασθενεί,γαυριά το πνέμα,

της άνοιξης το τίμημα βαρύ.

Μιλώ στου Χάρου τ΄άσαρκο φαρί,

μην και σκιαχτεί τ΄Αχέροντα το ρέμα.

 

Αλλόκοτη σιωπή ορμά στους τοίχους,

πίσω γυρνά σα ρόγχος και κραυγή.

Ίσως κι αντέξω τη στερνή αυγή,

της Κόρης τους δυσοίωνους βοστρύχους.

 

Σεμνά πατώ τι γκρέμια τα γιοφύρια.

Δυό μέτρα βάθος είναι αρκετό

ν΄αρχίσει η Μάνα-Φύση κοπετό,

μεμιάς ξεχνώντας λόγια νικητήρια.

 

Ψύχος βαθύ, ισχνές οι αναμνήσεις.

Ο κόσμος μου σε κρίσιμη καμπή.

Στων φάρων τη στερνή αναλαμπή

της σάρκας μου τη λύση θα μισήσεις…

 

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012


            Καθαρτήριο

 

Καπνίζουν της Ανάγκης τα φουγάρα

σα πρώτα στιγματίζοντας καρδιές.

Φτάνουν οι λύπες σμάρι, καραβιές

με κούκο ναυτικό απά στη κάρα.

 

Λίγα τα Ναι, περίσσεψε το Όχι

κι αυτοί που το ΄παν χώμα και σποδός.

Η ίδια καθώς πάντα επωδός:

<<Ιχθύς είν οι ψυχές κι ο Νους απόχη>>.

 

Πλαγγόνες στα στενά με χέρι στέριο

μια κι όξω εκτελούν τους τυχερούς

διαβάτες. Βέρα, δίσεχτους καιρούς

για μάς τους ταπεινούς, Λουτρό κι Αέριο.

 

Αβάσταχτη σιωπή κοσμεί τους τάφους

των ζωντανών που μέτρησαν σπυρί-

σπυρί της Αφροδίτης το μηρί,

πριν μεταμορφωθούν σε Λωτοφάγους.

 

Τετάρτη 17 Οκτωβρίου 2012


 

Ο Δυσσέας στη Καλλιθέα

 

Παράθυρο κλεισμένο στο Βοριά,

φθαρμένο από του χρόνου το σκαμπίλι,

στα δώδεκα μονάζω τα χωριά,

κρατώντας παραπόδα καριοφίλι.

 

Σκοτάδια με τυλίγουν ζοφερά,

μ΄ ανάβω που και που τον αναπτήρα.

Σπασμένα των αγγέλων τα φτερά,

κάθε πρωί στοχεύουν λάθος μοίρα.

 

Ένα καιρό ταξίδευα γυμνός,

σε πράσινα νησιά σαν το Δυσσέα.

Ο ήλιος μαύρο μάτι κι αχινός,

μου χάρισε σκιά στη Καλλιθέα

 

κι ένα κλωνί θαμπό βασιλικό

που σαν Μεγάλη μύριζε Τετάρτη.

Από φθηνό ήμουν πάντα υλικό

κι η Ιθάκη μια μουτζούρα μες το χάρτη.

 

Δαβάκη, σαν αητός ποδηγετώ

τη θλίψη και γυρίζοντας σελίδα,

κιμπάρης στης ζωής το παγετό,

κερνώ έναν εσπρέσο την ελπίδα.

 

 

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012


 

Ιερά Οδός

 

Την καταιγίδα μην παρακαλάς.

Τα λόγια και το σάλιο σου χαλάς.

Άκου και μένα.

Στρέψε το βλέμμα, τέντωσε τ΄αυτιά,

από τη φαύλη τ΄Άδη εσχατιά,

θα ρθει μια γέννα,

 

που θ΄αφανίσει πρώτα τον Καιρό,

της Δήμητρας κατόπιν το Ιερό,

στην Ελευσίνα.

Εσύ ο Ξένος, άστεως φυγάς,

σταφύλια της οργής πια δεν πατάς.

Μήνα το μήνα

 

ελπίζεις πως θ΄ανθίσουν οι αγροί

και πάλι. Μιλεούνια οι νεκροί

κάνουν καντάδα.

Ανάγκη να βαδίσεις την Οδό,

κι ας είν΄ το χώμα ανάκατο σποδό.

Φτωχιά Ελλάδα…

 

 

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2012


 

      Απόγνωση στα ντοκ

 

Λέξεις νεκρές, βιβλία σκονισμένα,

κηδείες που ξεχάστηκαν γοργά,

αισθήματα μ΄αλμύρα τοκισμένα,

ανοίγονται σα πλοία φορτηγά

 

στα πέλαγα γυρεύοντας σημάδι,

άλλες φορές νερό κι αυτό πικρό,

πορεία προς το άγνωστο αλφάδι

κρατώντας. Στης ανάγκης τα βιτρό

 

ομνύουν κάθε τόσο ταχυδρόμοι,

λίγο προτού να σφίξουν τη θηλιά,

ατίθαση τινάζοντας μια κόμη-

σφενδόνη προς των άστρων τα φιλιά.

 

Κι εγώ με κούκο ναυτικό ζηλεύω,

τα κόκαλα π΄ασπρίζουν στο βυθό,

κύμα φιλεύω φλούδια πασατέμπο,

μην και μ΄αφήκει φευ ν΄αναληφθώ.