Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012


               ΜΑΥΡΟ ΓΑΛΑ

Βυζαίνω της ανάγκης τ΄αλμυρό

το γάλα που κατάμαυρο ποτίζει,

την έρημο εντός μου. Τι σκληρό,

από τον θάνατο μου να κερδίζει

 

η Φύση λίγα κόκαλα ξερά

και μια Ψυχή βαριά σακατεμένη.

Απ΄τους Θεούς κανείς τι να προσμένει,

παρά ένα ζεύγος νάιλον φτερά;

 

Κι αυτά για να πετάξει ταπεινά,

τις νύχτες στου Παράδεισου τη πύλη.

Λεφούσι εκεί στριμώχνονται οι φίλοι,

κρατώντας αγιοκέρια πάμφθηνα,

 

το <<σ΄αγαπώ>> να φτύσουν σα βρισιά,

τη <<καλημέρα>> πασατέμπου τσόφλι,

και ήσυχοι να γείρουν στο κατώφλι.

Ο κόσμος όλος τώρα Κηφισιά,

 

μιας Άνοιξης ημέρα γιορτινή,

Ανάστασης ημέρα με τη γύρη.

Τελειώνει τραγικά το πανηγύρι,

μεγάφωνα γαυγίζουν τη Ποινή.

 

       ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

 

Τα πρώτα μου φτερά από χαρτόνι,

τα δεύτερα μυρίζουν χασαπιό,

κρασί του Μιθριδάτη θε να πιω,

κρασί που όσο κι αν πιεις δε σε σκοτώνει.

 

Η δίψα μου, ακόρεστη για θλίψη,

για λαβωμένους, άταφους νεκρούς.

Ο δρόμος πάντα προς τους Εμμαούς,

στρωμένος δέκα ημερών τη σήψη.

 

Ο Χορευτής βαλσάρει της Σελήνης,

ομνύοντας σε Άγνωστο Θεό,

λαβώσει εντός του έχει Αχαιό,

που τόλμησε τα λόγια της ειρήνης.

 

Μαζί του νηστικός και γω στροφάρω,

-θαλάσσης γύρω σάλος, ταραχή-,

μέχρι που με το φρόνημα τραχύ,

της μοναξιάς να γδικιωθώ τον Τσάρο.

 

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012


Στοχασμοί ενός υπαίθριου φωτογράφου


Πως άφησα να φύγουν τόσα όνειρα,
σκυλιά δίχως λουρί μες το χειμώνα;
Θρεφτάρια μια φορά τα τρισκακόμοιρα,
σ΄ορθοπλαγιά ψοφάν του Κιθαιρώνα.


Τι μου φταιξε της μοίρας το κατάστιχο
με σινική μελάνη λερωμένο;
Ξεφούσκωτο με κύλισ΄ένα λάστιχο,
σε ποταμό θολό, κατεβασμένο.


Ο κόσμος μου, χωριό που ξεκληρίστηκε,
αντάρτης που του πήραν το κεφάλι,
κι αν κάποτε στα ψεύτικα ορκίστηκε,
μπαρκάρει πια μ΄αβάπτιστο ποστάλι.


Μιας χαραυγής το άλικο αυτόφωρης,
με στέριο νου τραβώ φωτογραφία,
μαθαίνοντας στα κάλλη ανυπόφορης
πλαγγόνας, Βιβλική Γεωγραφία.

 

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012


              Έλα Μετά

 

Το νου σου εδώ.

Πως κοροϊδεύω να πιστεύεις, πόσο ανόητο.

Μην τη καρδιά μου σεργιανάς στο απροχώρητο.

Απόδιωξε με,

μα έλα μετά κι αγκάλιασε με.

 

Φυλακισμένος στ΄Αλκατράζ της ανημπόριας,

θύμα μιας όμορφα στημένης κατηγόριας.

Χάρη γυρεύω κι ένα λόγο σου προσμένω

μα καθώς πάει θε να μ΄εύρει πεθαμένο.

 

Πως το μπορείς;

Την ίδια νότα συνεχώς δεν την βαρέθηκες;

Να βλαστημάς στιγμή και ώρα που ερωτεύτηκες;

Κομμάτιασε με

μα έλα μετά και ταίριαξε με.

 

Να μαι μακριά,

πως το βαστάς, πως το αντέχεις, τι σου έκανα;

Τι τα χεράκια σου για μένα τα χεις δρέπανα;

Αχ θέρισε με

μα έλα μετά και ανάστησε με.

 

Θα ξαναπώ,

Βοά η ζωή για μας τους δυό <<για πάντα ένωση>>

κι αντί γιατρός ηλεκτρική γίνεσαι εκκένωση.

Βασάνισε με

μα έλα μετά και γιάτρεψε με.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012


 Της Τέχνης τα φαρμάκια

 

Μπουμπουνίζω τη μουργκάνα

κόντρα στο μπαγλαμαδάκι,

ξυρισμένο το μουστάκι

και μαλλί βαμμένο αφάνα.

 

Γιάλα, όπλες, όχου, να

΄φήστε μάγκες τα γιοφύρια,

πιάστε τα ψηλά βουνά.

 

Κει που χέσαν οι ρεμπέτες,

κι οι παλιοί καλοί μαστόροι,

φύτρωσαν κομπιναδόροι

και του μπουζουκιού επαίτες.

 

Μες σ΄αυτούς και γω αντάμα,

κοροϊδεύω τον καιρό μου,

με το όργανο επ΄ ώμου

και τη κάπα φίσκα ράμμα.

 

Τριγυρίζω στην Εκάλη

σαν μπουχτίζω Κολονάκι,

μπερδεμένο κουτσαβάκι

και της Ρεμπετιάς ρεμάλι.

 

Ένα φόβο κρύβω μόνο,

μη τρακάρω Βαμβακάρη,

τι μακρύ έχει ποδάρι,

μάτι που γυαλίζει φόνο.

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012


Απολογισμός και κατάληξη

 

Πέταξα τα δεκανίκια στη φωτιά

και της Πρώτης της Ανάστασης την ήττα.

Κάτι μήνες που χαν μείνει ως τα πενήντα,

δε με μπόδισαν απ΄ την αποκοτιά.

 

Είχα χάσει τη μισή μου τη ζωή,

περιμένοντας σε στάση λεωφορείου.

Μαργωμένος τα παράσημα του κρύου,

ξέκρινα των Κολασμένων τη βοή.

 

Κουβαλώντας ένα κάρο ενοχές,

θύμιζα τσαλακωμένο Σταυροφόρο,

-με ραμμένο στο μανδύα ουροβόρο

ένα φίδι- που προσμένει τις βροχές.

 

Την απέραντη των άστρων μοναξιά

δεν τη γύρεψα, μονάχη της με βρήκε.

Μ΄όση δύναμη μου απόμενε είπα: <<Λύκε

τη καρδιά μου κάνε τώρα μια χαψιά>>.

 

 

 

 

 

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012


       ΜΗΝ ΚΑΙ ΣΚΙΑΧΤΕΙΣ

 

           Στον κ. Μιχάλη Μπουρμπούλη

 

Μην και σκιαχτείς τη συμφορά. Σαν θα ρθει,

νεκρή θα βρει στο στήθος μια καρδιά.

Ας βάλ΄ υπογραφή φαρδιά-πλατιά

κι ένα τρανό στο κέντρο της αγκάθι.

 

Μην και σκιαχτείς τον κοπετό. Σημάδι

απτό του θείου στέκει πανικού.

Φεύγε την αστοχία υλικού,

ομνύοντας στων Λεύκτρων το λιβάδι.

 

Μην και σκιαχτείς της Αγοράς το <<ΟΡΟΣ

ΕΙΜΙ>>, των Κεκαρμένων τη φωνή

την άναρθρη. Το στόμα στο χωνί

σα λύκου μα χαμένος πάγει ο Σπόρος.

 

Μην και σκιαχτείς το πράσινο φωσάκι,

της πόρνης το κλινάρι το λερό,

θα χεις πεθάνει Φίλε από καιρό,

σαν σπάσουν τα οστά  του Καρυωτάκη.