Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012


      Το Περιστέρι Του Φινέα


Υψώσου περιστέρι του Φινέα,

τις Συμπληγάδες λόγχισε τις Πέτρες.

Όσο κι αν κλαψουρίζουν οι επαίτες,

μην τους γροικάς. Ζωή δίχως οξέα

 

προσπάθησε να ζήσεις. Μεσημέρια,

ο Δαίμονας συνήθειο να γαυγίζει

παιδιά χλωρά, μωρά στο ρωγοβύζι,

κατόπι να κουρνιάζει στα μαδέρια.

 

Τανύσου περιστέρι του Φινέα,

πτήση δειλή σε σένα δεν αξίζει.

Η Τραμουντάνα πάντοτε ξυρίζει,

φτερά που ΄ν δανεικά. Λαμπρή η θέα,

 

πάνω απ΄ της πατρίδας τ΄ ακρογιάλι.

Μάθε αν ζει η μάνα στο κονάκι.

Τα ρούχα της πορφύρα, για με ράκη

σαλεύει στα μπεντένια με το κιάλι;

 

Λυπήσου περιστέρι του Φινέα

τους Ναύτες και ποτέ να μη γυρίσεις.

Είναι καλό θανάτους να γνωρίσεις

πέντε, παρά κακά να φέρεις νέα

 

σ΄ ανθρώπους που δεν στέργουν παρηγόρια.

Χίλιες φορές στις Πέτρες να τελειώσεις.

Έτσι κι αλλιώς είν΄ άφευκτες οι πτώσεις

και χάμω μας τραβούν τα πανωφόρια.

 

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012


           Σαράντα μέρες

 

Σαράντα μέρες στου πατέρα μου τη κάσα,

δεν τρώγω, δεν μιλώ, δεν ανασαίνω.

Κορδέλα το σαγόνι διπλοδένω,

ότι ο θάνατος με έπιασε στα πράσα.

 

Σαράντα μέρες με τον κύλικα συντρίμμια,

της Κόλασης μετρώ το πατητήρι.

Κομμένο μπρος του βίου το γιοφύρι

και αγέλη πίσω μου ξενίστηκα αγρίμια.

 

Σαράντα μέρες τα νομίσματα στο χέρι

σκουριά μ΄αφήκαν τέτοια που δεν βγαίνει.

Ακοίμητος ο σκώληξ δε χορταίνει,

είτε χειμώνας είναι είτε καλοκαίρι.

 

Σαράντα μέρες στο κιβούρι μου ξερνάω.

Ποιός είδε λάδι την Αχερουσία;

Βάζω φωτιά να παίξουν τα ηχεία:

<<Του Άδη ειπέτε μπλιο πως δε γερνάω>>.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

               ΜΑΥΡΟ ΓΑΛΑ

Βυζαίνω της ανάγκης τ΄αλμυρό

το γάλα που κατάμαυρο ποτίζει,

την έρημο εντός μου. Τι σκληρό,

από τον θάνατο μου να κερδίζει

 

η Φύση λίγα κόκαλα ξερά

και μια Ψυχή βαριά σακατεμένη.

Απ΄τους Θεούς κανείς τι να προσμένει,

παρά ένα ζεύγος νάιλον φτερά;

 

Κι αυτά για να πετάξει ταπεινά,

τις νύχτες στου Παράδεισου τη πύλη.

Λεφούσι εκεί στριμώχνονται οι φίλοι,

κρατώντας αγιοκέρια πάμφθηνα,

 

το <<σ΄αγαπώ>> να φτύσουν σα βρισιά,

τη <<καλημέρα>> πασατέμπου τσόφλι,

και ήσυχοι να γείρουν στο κατώφλι.

Ο κόσμος όλος τώρα Κηφισιά,

 

μιας Άνοιξης ημέρα γιορτινή,

Ανάστασης ημέρα με τη γύρη.

Τελειώνει τραγικά το πανηγύρι,

μεγάφωνα γαυγίζουν τη Ποινή.

 

       ΤΟ ΒΑΛΣ ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ

 

Τα πρώτα μου φτερά από χαρτόνι,

τα δεύτερα μυρίζουν χασαπιό,

κρασί του Μιθριδάτη θε να πιω,

κρασί που όσο κι αν πιεις δε σε σκοτώνει.

 

Η δίψα μου, ακόρεστη για θλίψη,

για λαβωμένους, άταφους νεκρούς.

Ο δρόμος πάντα προς τους Εμμαούς,

στρωμένος δέκα ημερών τη σήψη.

 

Ο Χορευτής βαλσάρει της Σελήνης,

ομνύοντας σε Άγνωστο Θεό,

λαβώσει εντός του έχει Αχαιό,

που τόλμησε τα λόγια της ειρήνης.

 

Μαζί του νηστικός και γω στροφάρω,

-θαλάσσης γύρω σάλος, ταραχή-,

μέχρι που με το φρόνημα τραχύ,

της μοναξιάς να γδικιωθώ τον Τσάρο.

 

Τετάρτη 7 Νοεμβρίου 2012


Στοχασμοί ενός υπαίθριου φωτογράφου


Πως άφησα να φύγουν τόσα όνειρα,
σκυλιά δίχως λουρί μες το χειμώνα;
Θρεφτάρια μια φορά τα τρισκακόμοιρα,
σ΄ορθοπλαγιά ψοφάν του Κιθαιρώνα.


Τι μου φταιξε της μοίρας το κατάστιχο
με σινική μελάνη λερωμένο;
Ξεφούσκωτο με κύλισ΄ένα λάστιχο,
σε ποταμό θολό, κατεβασμένο.


Ο κόσμος μου, χωριό που ξεκληρίστηκε,
αντάρτης που του πήραν το κεφάλι,
κι αν κάποτε στα ψεύτικα ορκίστηκε,
μπαρκάρει πια μ΄αβάπτιστο ποστάλι.


Μιας χαραυγής το άλικο αυτόφωρης,
με στέριο νου τραβώ φωτογραφία,
μαθαίνοντας στα κάλλη ανυπόφορης
πλαγγόνας, Βιβλική Γεωγραφία.

 

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012


              Έλα Μετά

 

Το νου σου εδώ.

Πως κοροϊδεύω να πιστεύεις, πόσο ανόητο.

Μην τη καρδιά μου σεργιανάς στο απροχώρητο.

Απόδιωξε με,

μα έλα μετά κι αγκάλιασε με.

 

Φυλακισμένος στ΄Αλκατράζ της ανημπόριας,

θύμα μιας όμορφα στημένης κατηγόριας.

Χάρη γυρεύω κι ένα λόγο σου προσμένω

μα καθώς πάει θε να μ΄εύρει πεθαμένο.

 

Πως το μπορείς;

Την ίδια νότα συνεχώς δεν την βαρέθηκες;

Να βλαστημάς στιγμή και ώρα που ερωτεύτηκες;

Κομμάτιασε με

μα έλα μετά και ταίριαξε με.

 

Να μαι μακριά,

πως το βαστάς, πως το αντέχεις, τι σου έκανα;

Τι τα χεράκια σου για μένα τα χεις δρέπανα;

Αχ θέρισε με

μα έλα μετά και ανάστησε με.

 

Θα ξαναπώ,

Βοά η ζωή για μας τους δυό <<για πάντα ένωση>>

κι αντί γιατρός ηλεκτρική γίνεσαι εκκένωση.

Βασάνισε με

μα έλα μετά και γιάτρεψε με.

Δευτέρα 5 Νοεμβρίου 2012


 Της Τέχνης τα φαρμάκια

 

Μπουμπουνίζω τη μουργκάνα

κόντρα στο μπαγλαμαδάκι,

ξυρισμένο το μουστάκι

και μαλλί βαμμένο αφάνα.

 

Γιάλα, όπλες, όχου, να

΄φήστε μάγκες τα γιοφύρια,

πιάστε τα ψηλά βουνά.

 

Κει που χέσαν οι ρεμπέτες,

κι οι παλιοί καλοί μαστόροι,

φύτρωσαν κομπιναδόροι

και του μπουζουκιού επαίτες.

 

Μες σ΄αυτούς και γω αντάμα,

κοροϊδεύω τον καιρό μου,

με το όργανο επ΄ ώμου

και τη κάπα φίσκα ράμμα.

 

Τριγυρίζω στην Εκάλη

σαν μπουχτίζω Κολονάκι,

μπερδεμένο κουτσαβάκι

και της Ρεμπετιάς ρεμάλι.

 

Ένα φόβο κρύβω μόνο,

μη τρακάρω Βαμβακάρη,

τι μακρύ έχει ποδάρι,

μάτι που γυαλίζει φόνο.