Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012


ΕΓΩ Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΡΙΓΚΙΠΑΣ



Πατώ της ακηδίας το μπουτόν

αγόγγυστα. Δε λέει να ξεκολλήσει…

Τα χρέη τα παλιά, έχω ξοφλήσει.

Ελθέτω η Βασιλεία των Κουτών,

 

στις άγονες του νου μου ρεματιές.

Γεννήθηκα νωρίς, πτωχός και πένης.

Τ΄ αλλόκοτο παγώνι  περασμένης

χαράς που σεργιανούσε εσχατιές,

 

τη σκόνη αποτινάζει των φτερών,

τη λάσπη απ΄ το μάτι το σβησμένο

κι εγείρεται σαν πρώτ΄ ανδρειωμένο,

πλην άπραγο, εν μέσω επαιτών.

 

Ας πάψω. Περιττός ο λυρισμός…

Εξυπερύ, πριν ξεχυθείς προς τ΄ άστρα,

της σάρκας μου κομμάτιασε τη γλάστρα

και φθέγξαι τον απόρρητο χρησμό.

 

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2012


ΜΗ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΚΥΚΛΟΥΣ ΤΑΡΑΤΤΕ

 

Μου πες:<< Ρε τρισκατάρατε,

μάζευτα, πάρε δρόμο,

τα πόδια σου στον ώμο…

Μη μου τους κύκλους τάραττε>>.

 

Μαζί σου χρόνια τέσσερα,

δε κοίταξα γυναίκα,

εσένα είχα Μέκκα

και θηλυκό μου Καίσαρα.

 

Σπίτι-δουλειά και τούμπαλι,

παντόφλα πιζαμούλα,

πάπλωμα και χουχούλα,

στο πλάι σου ατσούμπαλη.

 

Κι αντίς να λες ευχαριστώ

να με θωρείς στα μάτια,

πετάς να φύγω αλάτια,

παιδεύεις με σαν το Χριστό.

 

Μα λάθος μ΄έκοψες κυρά.

Καλός μα και καμπούρης.

Αν και βαριά καψούρης,

ένστικτα κρύβω μοχθηρά.

 

Γι αυτό λοιπόν στο διάβολο

κι ακόμα πάρα πέρα,

΄πιστρέφεται η βέρα,

μέχρις εδώ το ντράβαλο.

 

Παπάδες πύλας άρατε,

και ψάλατε στη φθείρα,

μέλλουσα ζωντοχήρα:

<<Μη μου τους κύκλους τάραττε>>.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2012


          Τελευταία Ώρα


Πίσω απ΄ το τζάμι το θαμπό,

μ΄ ένα παράπονο πεζό,

τη γλώσσα βγάνω στους καιρούς

και στους Ολύμπιους Θεούς.

Γυμνή μα στέρφα η  Ιζαμπώ…

Πίσω απ΄ το τζάμι το θαμπό.

 

Πένητες τρέφει ο ουρανός,

μπαγιατεμένο, μαύρο φώς

κι εγώ με ξύλινη ψυχή,

σε λίμνη ανοίγομαι ρηχή,

από αγάπες ορφανός…

Πένητες τρέφει ο ουρανός.

 

Δρόμοι κατάσπαρτοι γκρεμό.

Θηλιά στολίζω το λαιμό

και μ΄ ένα λούγκερ στη καρδιά,

υπογραφή φαρδιά-πλατιά

βάνω στης γης το κορεσμό…

Δρόμοι κατάσπαρτοι γκρεμό.

 

Ανάσα δύσκολη, πνιχτή.

Το παρελθόν σα μολευτεί,

μήλο σαπίζει και καρπό

του Παραδείσου. Τι να πω,

εδώ στου Χρόνου την ειρκτή;

Ανάσα δύσκολη, πνιχτή.

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2012


       Μονόλογος του Αντώνη                                                     

                                         Στον κ. Νίκο Περδίκη, αντίδερο ταπεινό για τα   <<Σοκκάκια>> του,

με την ευχή άμποτε να του μοιάσω.

                  

Πουκάμισο φορώ τσαλακωμένο,

λερό από του χρόνου τη βρωμιά.

Οι νύχτες μου αδέσποτα κορμιά,

το ριζικό μου με λουρί δεμένο.

 

Τη βέρα τη χρυσή ακουμπισμένη

στο πάγκο του σαράφη νοσταλγώ.

Τέσσερα χρόνια τώρα ναυαγό,

με τρώγει μια αλμύρα κακιασμένη.

 

Δεν έχω νου για κίβδηλες αγάπες

που μια φορά ταλάνιζαν κρυφά

τα μέσα μου. Απόνερα γλυφά

ανάκατα κρασί μες σε καράφες,

 

ποτίζουν με Θεοί από χαρτόνι,

το θάνατο βαφτίζοντας ζωή,

από νεκρό γυρεύοντας πνοή,

Άδωνη μια φορά που λεν Αντώνη.

 

                 Πρωτοβρόχι

 

<<Άσε το πέπλο της βροχής το μαύρο,

την Πλάση να σκεπάζει. Σαν εταίρα

που πέρασε η μπογιά της, βλέμμα λάβρο

ραντίζει πριν απ΄ όλους τον Πατέρα.

 

Οι λούμπες καταδέχονται ποδάρια,

άλλες φορές πουρνάρι από το Μπέλλες,

γλυκές απαντοχές, ψαριών κουφάρια,

σκυλιά, Σαρακοστές και καραμέλες.

 

Άσε της ήττας το πικρό μαγνάδι,

το στήθος να καλύπτει που στερεύει.

Παρηγοριά βυζαίνει κάθε βράδυ,

ο Τιμητής κι αμήχανα σαλεύει.

 

Τα σύννεφα δεν γνώρισαν τη μπέσα.

Δακρύζουν με τη πρώτη ευκαιρία,

σπογγίζοντας τα μάτια τους σε τρέσα.

Χειμώνες ενοικούν την Εσπερία>>.

 

Μιλώ στον εαυτό μου σα σε ξένο

που χάθηκε στης Σμύρνης τα σοκάκια.

Γιαγκίνι πίσω, μπρος σπασμένο φρένο.

Του Χάροντα γελούν και τα μουστάκια.

 

Σημαίνει του Βοριά το ξυπνητήρι.

Καιρός είναι στο θάνατο να κύψω,

αυτόν που θα με κάνει νοικοκύρη,

τη μοίρα μου πακτώνοντας στο γύψο.

 

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2012


      Το Περιστέρι Του Φινέα


Υψώσου περιστέρι του Φινέα,

τις Συμπληγάδες λόγχισε τις Πέτρες.

Όσο κι αν κλαψουρίζουν οι επαίτες,

μην τους γροικάς. Ζωή δίχως οξέα

 

προσπάθησε να ζήσεις. Μεσημέρια,

ο Δαίμονας συνήθειο να γαυγίζει

παιδιά χλωρά, μωρά στο ρωγοβύζι,

κατόπι να κουρνιάζει στα μαδέρια.

 

Τανύσου περιστέρι του Φινέα,

πτήση δειλή σε σένα δεν αξίζει.

Η Τραμουντάνα πάντοτε ξυρίζει,

φτερά που ΄ν δανεικά. Λαμπρή η θέα,

 

πάνω απ΄ της πατρίδας τ΄ ακρογιάλι.

Μάθε αν ζει η μάνα στο κονάκι.

Τα ρούχα της πορφύρα, για με ράκη

σαλεύει στα μπεντένια με το κιάλι;

 

Λυπήσου περιστέρι του Φινέα

τους Ναύτες και ποτέ να μη γυρίσεις.

Είναι καλό θανάτους να γνωρίσεις

πέντε, παρά κακά να φέρεις νέα

 

σ΄ ανθρώπους που δεν στέργουν παρηγόρια.

Χίλιες φορές στις Πέτρες να τελειώσεις.

Έτσι κι αλλιώς είν΄ άφευκτες οι πτώσεις

και χάμω μας τραβούν τα πανωφόρια.

 

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012


           Σαράντα μέρες

 

Σαράντα μέρες στου πατέρα μου τη κάσα,

δεν τρώγω, δεν μιλώ, δεν ανασαίνω.

Κορδέλα το σαγόνι διπλοδένω,

ότι ο θάνατος με έπιασε στα πράσα.

 

Σαράντα μέρες με τον κύλικα συντρίμμια,

της Κόλασης μετρώ το πατητήρι.

Κομμένο μπρος του βίου το γιοφύρι

και αγέλη πίσω μου ξενίστηκα αγρίμια.

 

Σαράντα μέρες τα νομίσματα στο χέρι

σκουριά μ΄αφήκαν τέτοια που δεν βγαίνει.

Ακοίμητος ο σκώληξ δε χορταίνει,

είτε χειμώνας είναι είτε καλοκαίρι.

 

Σαράντα μέρες στο κιβούρι μου ξερνάω.

Ποιός είδε λάδι την Αχερουσία;

Βάζω φωτιά να παίξουν τα ηχεία:

<<Του Άδη ειπέτε μπλιο πως δε γερνάω>>.