Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου 2012


               <<Por una cabeza>>


<<Por una cabeza>> ο Carlos σπαράζει,

την ώρα που βλέννες το σύμπαν μου στάζει.

Χρειάζεται κάποιος τους δίσκους ν΄ αλλάζει

σαν βήμα δειλό μ΄ οδηγεί στο περβάζι.

 

<<Por una cabeza>>. Στο λόφο του Γκύζη,

ο Άρχων της Μύγας δεν παύει να ελπίζει,

απόψε το βράδυ ψυχή πως κερδίζει.

Του Γάμου λευκό ήταν πάντα το ρύζι.

 

<<Por una cabeza>>… Σκορπά θυμηδία,

ο ήχος του χώματος σε μια κηδεία,

δυσοίωνος κάπως. -Που φεύγεις Ηλία;

Ξαπόστασε λίγο. Προς τι τόση βία;

 

<<Por una cabeza>>… Ουράνια πλήξη,

με νύχια παλεύει και δόντια ν΄ αγγίξει,

πολύτιμα μέταλλα π΄ άφησε η τήξη

εντός μου. Αυτιάσου, σφυρίζουν τη λήξη.

 

<<Por una cabeza>>… Υπάρχει ελπίδα;

Σφαγμένος ο Κύκνος λερώνει τη Λήδα.

Φωνή μυστική: -Τι το  σκέφτεσαι; Πήδα…

Στον Άδη Θε να βρεις χαρτί και γραφίδα>>.

 

 

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012


ΘΕΙΑ-ΛΕΝΑ


Χαζά παραμύθια, μη λες θεία- Λένα.

Ομπρέλα θαλάσσης στης μοίρας τη βλέννα,

ανοίγω με κόπο. Δεν έχει άλλη γέννα.

Χαζά παραμύθια, μη λες θεία-Λένα.

 

Τραγούδια για κύκνους, μη λες θεία-Λένα.

Κατήφορος μπρος μου, σπασμένα τα φρένα,

γυμνά βοσκοτόπια, κατάφορτα τρένα.

Τραγούδια για κύκνους, μη λες θεία-Λένα.

 

Ισχνές προσευχούλες μη λες θεία-Λένα.

Στη Μόσχα, στη Βρέμη, στη Χιό, στη Ραβέννα,

πηγάδες διαβόλοι ανοίγουν για μένα.

Ισχνές προσευχούλες, μη λες θεία-Λένα.

 

<<Παιδιά καλημέρα>>, μη λες θεία Λένα,

γεράσανε πάνε, πατήσαν τα τρένα.

Ποδάρια, χοντρές αλυσίδες δεμένα.

<<Παιδιά καλημέρα>>, μη λες θεία-Λένα.

 

 

 

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2012


  Η ΕΝΔΕΚΑΤΗ ΜΕΤΕΜΨΥΧΩΣΗ

 

Στη Μήλο με λιανίσαν Αθηναίοι,

στη Κάνδανο πυρφόροι Γερμανοί,

βροτοί σαν δίνουν σ΄ άλλους τη θανή,

στομώνει ο Θεός κι άγρια κλαίει.

 

Ο Πέρσης που μου βύθισε στο στέρνο

καβάλα πάνω σ΄ άτι το παλτό,

δεν γνώρισε ποτέ την Ερατώ,

το χωραφάκι εκειό που πια δεν σπέρνω.

 

Τις σάρκες μου τις κόψαν Σταυροφόροι

στης Πόλης τα καντούνια μια νυχτιά.

Με βρήκε κρεμασμένο στην συκιά,

παράξενο καρπό του Μάλχου η κόρη.

 

Στη Δρέσδη να κοιμάμαι στο κρεβάτι

με πέτυχαν οι βόμβες. Ο λοιμός

που χύθηκε καμπούρης και σιμός,

πήρε πρώτον  εμέ, τον Πολυκράτη.

 

Τη μια Σωκράτης, άλλες Θηραμένης,

Γιωργάκης στου Φαλήρου τις ακτές.

Άνευ αιτίας και χωρίς να φταις,

τι κρίμα σαν Θανάσης να πεθαίνεις;

 

             Ψυχή και Σάρκα


Η σάρκα μου φλιτζάνι και καφές

λάμια ψυχή, ψυχρή σα νεροζούμι.

Σιμώνει ο Χριστός: <<Τάλιθα Κούμι>>…

Τσίπουρο νοτισμένες οι Γραφές.

 

Η σάρκα μου ποτήρι και κρασί,

το θολωμένο εκειό της αμαρτίας.

Στο αίμα το νωπό της Υπατίας,

υψώνω γαϊτανόφρυδο θρασύ.

 

Η σάρκα Νοβαλζίνη και Ντεπόν

μιάς άλλης εποχής σκάβει τον κήπο.

Σαν έρθει το κακό εγώ θα λείπω,

στη κρύπτη καλεσμένος των λεπρών.

 

Η σάρκα κιβωτός και φυλακή.

Παγιδευμένο σώμα. Ηρωίνη,

ζητεί το πνεύμα σώμα σαν αφήνει.

Πώς να βαστάξει Λύκου υλακή;

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2012


Το τραγούδι του κ. Μάνου

Φοίνικας στη Δήλο, κυπαρίσσι στο Μοριά

και σκυλί δαρμένο στου Ολύμπου τα χωριά,

κάθε Πέμπτη σκύβω στης αγάπης τη πηγή,

λίγο μόνο πίνω και βυθίζομαι στη γη.

 

Πικροκαλοκαίρι, γιέ του ήλιου του φονιά,

έρημη σκηνή θεάτρου τώρα η γειτονιά,

γέρασες ξανθούλα, θολωμένο μου κρασί,

κάρβουνο το μάτι σου εκειό το θαλασσί.

 

Χάραμα. Τ΄αστέρι ενός λείψανου κερί,

ν΄αρνηθεί το γλίσχρο βιός του δύσκολα μπορεί.

Το φορώ στο πέτο προς του χάρου το λουτρό,

περπατώ με γέλιο κι ας με πάρουν για τρελό.

 

Έλατο στη Πίνδο, κουτσουπιά στον Ασωπό

κι αρμυρίκι στέκω σε ακτή στον Ωρωπό.

Φτάνει το καΐκι του θανάτου και βαθύ

τραύμα μου δωρίζει πριν στα πέλαγα χαθεί.

 

Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012


           ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ



Στο τσιγκέλι του χασάπη νοσταλγώ,

ανεμώνες κι ένα ολόγιομο φεγγάρι,

της Μητέρας το παλτό και το φουλάρι,

το λιμάνι της Κολχίδος, την Αργώ.

 

Μεθυσμένος με Λημνιώτικο κρασί,

τη παλιά τη Περσεφόνη παίρνω νύφη.

Σα κοιμάμαι θέλω φίδι να μου γλύφει,

τις πληγές που χω στο στήθος το δασύ.

 

Αν και μπούχτισα τη τσίκνα των Καιρών,

συνεχίζω με τα μαύρα μου τα πιόνια,

να λερώνω της Αγάπης τα σεντόνια,

στα φωσάκια τα δειλά της Αχαρνών.

 

Λίγα χρόνια. Τα πολλά δεν ωφελούν.

Φέρνουν όνειδος, κατάγματα της μνήμης.

Ποντισμένος στα νερά κάλλιο μιας λίμνης

παρά Νέκυες με μένα να γελούν.



 





 

 

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012


        ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

 

Ψυχή, ακονισμένη στης Ανάγκης

τον άσπλαχνο σα θάνατο τροχό,

κατάξερος για μένα ήσουν Γάγγης

και Ηπειρώτικο χωριό, φτωχό.

 

Ψυχή, τελειώνει ο χρόνος. Απομένει

άνοιξη μια, μοιραία και δειλή.

Λουλούδια δε θ΄ ανθίσει, βήμα σέρνει,

γυρεύοντας το ύστατο φιλί.

 

Ψυχή, μ΄ έναν αγέρα μανιασμένο

να σπρώχνει το σκαρί σου στο χαμό,

μου γύρισες με στόμα μουδιασμένο,

πως δε θα βρεις ποτέ σου αναπαμό.

 

Ψυχή που το κορμί μου βασιλεύεις.

Κηρύσσω επανάσταση. Μ΄ οργή,

μακριά πετώ αυτά που μαγειρεύεις.

Τη μητρική σου μπούχτισα στοργή.