Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012


Στις Αποικίες

 

Ξεθυμασμένα φώτα της γιορτής

και προβολείς θαμποί των χειρουργείων,

στα κοκαλάκια στρέψτε των Αγίων

τις δέσμες σας. Φραγμένης αορτής

 

στέκω στρατιώτης. Θέατρο φθηνό,

το Σύμπαν αφειδώς πάντα προσφέρει.

Πένης ο Θεατρώνης υποφέρει,

πλην στήνει σκηνικό χειμερινό.

 

Που να βρεθούν τη σήμερον μουρλοί,

ανάλαδοι να παίζουν νύχτα-μέρα;

Μήτε στην Γέλα, μήτε στην Ιμέρα,

θυμούνται την φιλάρεσκη ουλή

 

κι εκείνον τον θρασύ, τον αχαμνό,

που φάνηκε στα μέρη τους κομήτης.

Φυγάς, του Κάτω Κόσμου αυτοδύτης,

ακόμα προσπαθώ με τον φανό,

 

τον δρόμο προς την Άνω Σιών να βρω.

Των Δώρων μπουχτισμένος την σαπίλα,

να ταξιδεύω βάλθηκα με ξύλα,

γυρεύοντας Σαμάνο και Γιατρό.

 

Στρατιώτης στέκω. Το χω ξαναπεί.

Η βάρδια των Νεκρών με περιμένει.

Μια Μάρθα από τα ψώνια κουρασμένη,

ψωμί θε να μου φέρνει στο Γιαπί.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012


ΟΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ

Της συννεφιάς το μπλόκο θε να σπάσω,

μ΄ ένα σαθρό, χωμάτινο σκαρί.

Από την ακεφιά έχω φθαρεί

τόσο γερά που τίποτα να χάσω

 

δε βρίσκεται. Τρύπια μονάχα χέρια.

Όλο το βιός ξοδεύτηκε στραβά.

Τα χρόνια μου καματερά ζαβά,

μ΄ ανέβασαν στης Ύλης τα μαδέρια,

 

ανοίγοντας το στόμα πέντε πήχες,

να λάβουν με το ζόρι μερτικό.

Κακό μου λαχε πρώτο αφεντικό,

γονείς είχε το δεύτερο Λαπίθες.

 

Μα τώρα πια τα ψέματα τελειώνουν.

Η ταν η επί τας. Φιλί χλωρό,

δίνω της μοίρας και αναχωρώ

για κει που οι Κτηνοτρόφοι καλιγώνουν.

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012


Ταβέρνες

Στο <<Γελαστό Κρεμμύδι>> και στου <<Μπάμπη>>,

θλιμμένες θα σε βρίσκουν Κυριακές,

να παραγγέλνεις  ούζο και ρακές,

ελπίζοντας να σβήσει αυτό που λάμπει.

 

Τα χρόνια θα χουν κάτι από στάχτη

σβησμένου ηφαίστειου. Αστικά

λεωφορεία πάντα βιαστικά,

με μια βοή θα σχίζουν καταρράκτη,

 

τις σάρκες τις χλωμές των λεωφόρων,

και τη φραγμένη που χεις αορτή.

Η λύπη σου, αλάδωτο πορτί

κι αποφορά βαριά των Αυτοφώρων,

 

θε να βρωμίζει χιόνι Χριστουγέννων

και δάκρυ του Πατέρα και Λαμπρή.

Μα κάπου, ένα ολόφωτο  Αμπρί,

προσμένει σε να εισέλθεις μετ΄επαίνων.

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012


           ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΦΥΤΡΑ

 

Σημάδεψα την άσφαλτο με φρένα,

τους χάρτες με βελόνες ραπτικής.

Δεσμώτης μια ζωή της Αττικής,

με μπόδιζαν τα όρη τα σκαμμένα,

 

να ξεχυθώ στου κόσμου την ορφάνια,

στης θάλασσας το κράτος το σκληρό.

Τι κι αν φτερά χτυπούσαν στο μηρό;

Κρατούσαν με τ΄ αμπέλια, τα μποστάνια.

 

Και μια μελαγχολία ποντισμένη,

στου νου τον απροσπέλαστο βυθό,

-λόγους δεν είχα να τη φοβηθώ,

απ΄ τους Θεούς θε να τανε σταλμένη-,

 

στερώντας μου του Ζέφυρου το χάδι,

πικραίνοντας στα χείλη το φιλί,

με άφηκε να ζω ζωή δειλή,

ένα τσιγάρο δρόμο απ΄ τον Άδη.

 

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012


                ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

            (Στον ακριβό φίλο και πνευματικό μου πατέρα κ. Νίκο Περδίκη, δώρημα ατελές μα από καρδιάς, για την ονομαστική του εορτή).


Απόδειπνο Σαββάτου θα φανείς,

οπλίτης με σπασμένη την ασπίδα,

Θα ρίξεις μια ματιά στη πινακίδα

<<ΤΟ ΔΙΠΟΡΤΟ>> και μοίρας ορφανής

 

Θαμώνας, θα χαθείς στο μαγαζί.

Που η Λατέρνα, που και το Τραγούδι;

Στραβό μέσα στα στήθια σου αρκούδι,

μαθαίνει απ΄ το αίμα σου να ζει,

 

σαλεύοντας σε μέταλλο καυτό,

χορούς σαβανωμένους νικοτίνη,

πικρά τρώγει τα χόρτα, μπρούσκο πίνει

και ρεύεται μαζί με σε κι αυτό.

 

Μα στες εννιά και πέντε, του Τυφλού

το μπαστουνάκι παίρνεις κι αλαργεύεις,

για τόπους θανατόβλητους μισεύεις,

χορτάτος ρηγματώσεις του Πηλού.

Τετάρτη 5 Δεκεμβρίου 2012


ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΒΑΡΔΑΡΗΣ

 

Κατάντησε ο κόσμος μου κρεβάτι

που άστρωτο δυό χρόνια με κοιμίζει.

Το στοίχημα μου φαίνεται κερδίζει,

ο Διάβολος κι η πρώτη του Απάτη.

 

Τα σύμπαντα κατέρρευσαν εντός μου,

του Ψεύδους Πύργοι Δίδυμοι. Αλήτες

μπουκάραν στα όνειρα μου. Μόνο Τρίτες

στα καλντερίμια βγαίνω του Ευόσμου

 

και πότε Παραλία, πότε Θέρμη

τη τύχη μου γυρεύω σε τακούνια.

Από παιδί σαν τα βρισκα μπαστούνια,

τη μάνα μου σιχτίριζα την έρμη.

 

Φτερά σαν έχεις μοιάζουν τα μπεντένια

περίπατος, ποδήλατο με ρόδες.

Τις ξηλωμένες γύρισα τις φόδρες

και θάρρεψα τα ρούχα μεταξένια.

 

Μα φούμαρα δεν τρέφουν το στομάχι.

Η σάρκα πάντα χάλευε το στάρι.

Ισχνές οι πλάτες τίναξαν τα βάρη,

μήτε βιολί δεν άντεχε η ράχη.

 

Οδοστρωτήρας πέρασαν τα χρόνια

χαρίζοντας βαριά μελαγχολία.

Χρεοκοπία κήρυξα δολία

και βάλθηκα να βρω ψηλά μπαλκόνια.

Και τώρα στου αμήν το μετερίζι,

κατά ριπάς το μέλλον ξεκληρίζω.

Το ξέρω πια πως μάταια πασχίζω,

τι στέρεψε για με το ρωγοβύζι.

 

Το έδαφος σκληρό δεν με τρομάζει,

μα το κρεβάτι τ΄άστρωτο καλεί με.

Κάλλιο στα ρούχα τ΄άχαρα να κείμαι

σαν ο Βαρδάρης παίζει με το γκάζι.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012


        ΟΙ ΚΑΛΟΙ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΙ

 

Στ΄ αρχονταρίκι πάντα ο Casanova

μ΄ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί.

<<Γυμνοπαιδιές>> για πιάνο του Satie

και συ με τη σπασμένη σου τη γόβα,

 

γυρίζεις σαν εταίρα της Κορίνθου,

να μου μιλήσεις πάλι για βροχές.

Ανάθεμα σε. Πόσες ενοχές

με γέμισες, συ γέννημα του Λίθου;

 

Δεν έχεις πια στο στόμα σου τραγούδια,

που μια φορά κινούσαν σε χορό,

τα πόδια της Αγάπης. Δεν μπορώ,

σφαγάρια να μαζεύω αγγελούδια

 

από λιβάδια σκυθρωπά και δάση

σπαρμένα μανδραγόρα και χασίς.

Απόδιωξε με λάμια, να χαρείς

και μοναχός καθείς μας ας γεράσει.