Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012


                        Απόψε

 

Απόψε θα πεθάνει ο Μπαρμπέρης…

Γυρεύουν τα ξουράφια του φωνή.

Απέξω θα περνούν μ΄ένα χωνί

αντάρτες. Τύφλα να χει ο Ιαβέρης.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Παγοπώλης…

Οι ζέστες τι κακό για τη καρδιά;

Που βάζεις και την αναπαραδιά;

Είκοσι χρονών και κάτι μόλις.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Ταβερνιάρης…

Συκώτι που μαράθηκε φορεί.

Με τη ποδιά λερή αναχωρεί,

απ΄το σταθμό στα Βλάχικα της Βάρης.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Φωτογράφος…

Το φλας είναι σα σφαίρα  φονικό.

Ξέρω δεν μοιάζει διόλου λογικό,

να γίνεται το φως σήμα και τάφος.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Ποιητίσκος…

Οι στίχοι του μνημεία θλιβερά,

του κόψανε τη φόρα, τα φτερά

κι απόμεινε γρατζουνισμένος δίσκος.

 

 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012


Μπροστά Στον Καθρέφτη Του Μπαρμπέρικου

 

Θα κάτσω στη δερμάτινη, φθαρμένη πολυθρόνα

και το ξουράφι στο λουρί θ΄αρχίσω ν΄ακονίζω,

ώρα πολύ. Πέρα μακριά στην Άγια Λισαβόνα,

Φερνάντο με γνωρίσανε. Τα δόντια μου σαν τρίζω,

 

ανατριχιάζει ο ποταμός ο Τάγος και φουσκώνει,

τον Κάμπος παραχώνοντας στις λάσπες. Καλοκαίρι

και περπατώ στις όχθες του μ΄ένα λερό σεντόνι

αναμεσίς στα σκέλια μου. Του Ζέφυρου τ΄αγέρι,

 

λουφάζει στο Μπαούλο μου. Της Αβινιόν Ατθίδα,

απ΄την αρχαία συντροφιά που σβήστηκε στον χρόνο,

παίρνοντας πένα και χαρτί, την κοφτερή λεπίδα,

θα στείλει γράμμα φορτικό να βρουν τον δολοφόνο.

 

Καθρέφτης. Χέρι σταθερό τείνω προς τον λαιμό μου

και πορφυρά τα αίματα θ΄αφήκω να ποτίσουν,

ψηφιδωτά πατώματα. Μ΄επιμονή εντόμου,

βουρκόλακες δεξιά-ζερβά, γυμνό ας με τραβήξουν

 

όπου χτυπά της Κόλασης το γκονγκ που ξεκουφαίνει

και σύνεργα βασανιστές κραδαίνουν μπας και σκιάξουν

τις πιο αδύναμες ψυχές. Ποτές του δεν πεθαίνει,

όποιος φαρμάκι μες τ΄αυτί αφήνει να του στάξουν.

 

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012


Στις Αποικίες

 

Ξεθυμασμένα φώτα της γιορτής

και προβολείς θαμποί των χειρουργείων,

στα κοκαλάκια στρέψτε των Αγίων

τις δέσμες σας. Φραγμένης αορτής

 

στέκω στρατιώτης. Θέατρο φθηνό,

το Σύμπαν αφειδώς πάντα προσφέρει.

Πένης ο Θεατρώνης υποφέρει,

πλην στήνει σκηνικό χειμερινό.

 

Που να βρεθούν τη σήμερον μουρλοί,

ανάλαδοι να παίζουν νύχτα-μέρα;

Μήτε στην Γέλα, μήτε στην Ιμέρα,

θυμούνται την φιλάρεσκη ουλή

 

κι εκείνον τον θρασύ, τον αχαμνό,

που φάνηκε στα μέρη τους κομήτης.

Φυγάς, του Κάτω Κόσμου αυτοδύτης,

ακόμα προσπαθώ με τον φανό,

 

τον δρόμο προς την Άνω Σιών να βρω.

Των Δώρων μπουχτισμένος την σαπίλα,

να ταξιδεύω βάλθηκα με ξύλα,

γυρεύοντας Σαμάνο και Γιατρό.

 

Στρατιώτης στέκω. Το χω ξαναπεί.

Η βάρδια των Νεκρών με περιμένει.

Μια Μάρθα από τα ψώνια κουρασμένη,

ψωμί θε να μου φέρνει στο Γιαπί.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012


ΟΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ

Της συννεφιάς το μπλόκο θε να σπάσω,

μ΄ ένα σαθρό, χωμάτινο σκαρί.

Από την ακεφιά έχω φθαρεί

τόσο γερά που τίποτα να χάσω

 

δε βρίσκεται. Τρύπια μονάχα χέρια.

Όλο το βιός ξοδεύτηκε στραβά.

Τα χρόνια μου καματερά ζαβά,

μ΄ ανέβασαν στης Ύλης τα μαδέρια,

 

ανοίγοντας το στόμα πέντε πήχες,

να λάβουν με το ζόρι μερτικό.

Κακό μου λαχε πρώτο αφεντικό,

γονείς είχε το δεύτερο Λαπίθες.

 

Μα τώρα πια τα ψέματα τελειώνουν.

Η ταν η επί τας. Φιλί χλωρό,

δίνω της μοίρας και αναχωρώ

για κει που οι Κτηνοτρόφοι καλιγώνουν.

Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012


Ταβέρνες

Στο <<Γελαστό Κρεμμύδι>> και στου <<Μπάμπη>>,

θλιμμένες θα σε βρίσκουν Κυριακές,

να παραγγέλνεις  ούζο και ρακές,

ελπίζοντας να σβήσει αυτό που λάμπει.

 

Τα χρόνια θα χουν κάτι από στάχτη

σβησμένου ηφαίστειου. Αστικά

λεωφορεία πάντα βιαστικά,

με μια βοή θα σχίζουν καταρράκτη,

 

τις σάρκες τις χλωμές των λεωφόρων,

και τη φραγμένη που χεις αορτή.

Η λύπη σου, αλάδωτο πορτί

κι αποφορά βαριά των Αυτοφώρων,

 

θε να βρωμίζει χιόνι Χριστουγέννων

και δάκρυ του Πατέρα και Λαμπρή.

Μα κάπου, ένα ολόφωτο  Αμπρί,

προσμένει σε να εισέλθεις μετ΄επαίνων.

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 7 Δεκεμβρίου 2012


           ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ ΦΥΤΡΑ

 

Σημάδεψα την άσφαλτο με φρένα,

τους χάρτες με βελόνες ραπτικής.

Δεσμώτης μια ζωή της Αττικής,

με μπόδιζαν τα όρη τα σκαμμένα,

 

να ξεχυθώ στου κόσμου την ορφάνια,

στης θάλασσας το κράτος το σκληρό.

Τι κι αν φτερά χτυπούσαν στο μηρό;

Κρατούσαν με τ΄ αμπέλια, τα μποστάνια.

 

Και μια μελαγχολία ποντισμένη,

στου νου τον απροσπέλαστο βυθό,

-λόγους δεν είχα να τη φοβηθώ,

απ΄ τους Θεούς θε να τανε σταλμένη-,

 

στερώντας μου του Ζέφυρου το χάδι,

πικραίνοντας στα χείλη το φιλί,

με άφηκε να ζω ζωή δειλή,

ένα τσιγάρο δρόμο απ΄ τον Άδη.

 

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012


                ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

            (Στον ακριβό φίλο και πνευματικό μου πατέρα κ. Νίκο Περδίκη, δώρημα ατελές μα από καρδιάς, για την ονομαστική του εορτή).


Απόδειπνο Σαββάτου θα φανείς,

οπλίτης με σπασμένη την ασπίδα,

Θα ρίξεις μια ματιά στη πινακίδα

<<ΤΟ ΔΙΠΟΡΤΟ>> και μοίρας ορφανής

 

Θαμώνας, θα χαθείς στο μαγαζί.

Που η Λατέρνα, που και το Τραγούδι;

Στραβό μέσα στα στήθια σου αρκούδι,

μαθαίνει απ΄ το αίμα σου να ζει,

 

σαλεύοντας σε μέταλλο καυτό,

χορούς σαβανωμένους νικοτίνη,

πικρά τρώγει τα χόρτα, μπρούσκο πίνει

και ρεύεται μαζί με σε κι αυτό.

 

Μα στες εννιά και πέντε, του Τυφλού

το μπαστουνάκι παίρνεις κι αλαργεύεις,

για τόπους θανατόβλητους μισεύεις,

χορτάτος ρηγματώσεις του Πηλού.