Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012


Εικόνα Βροχής



Αδέσποτα σκυλιά μες τη βροχή

με βλέμμα ικετευτικό ζητιάνου.

Στο κουρδισμένο δέρμα του τυμπάνου,

προσωρινή γυρεύω ανακωχή

 

και σύντροφο κυφό απ΄τις βολές

της Μοίρας. Με ασίγαστο δοξάρι

ένα βιολί θρηνεί. Πόλης κουφάρι

θα ξεσκουριάσουν οι αμμοβολές,

 

προτού το πάρουν κάρα σκυθρωπά,

αγώι σε πορτί νεκροτομείου.

Εναλλαγές με κούρασαν του βίου

και των Θεών το στόμα που σιωπά.

 

Θ΄ανοίξει ο καιρός στα ξαφνικά.

Ήλιος με δόντια πάλι θ΄ανατείλει.

Της Ελευσίνας το παλιό καντήλι,

με καύσιμα φουντώνω δανεικά.

 

 

 

 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012


Γράμμα Συμβουλευτικό στον Αδελφό μου

 

Τι με ρωτάς πως λύνονται οι γρίφοι;

Στο πατάρι κρυμμένο, του Πατέρα

έχεις πιάσει το luger. Λαγουδέρα,

μιας βάρκας που στον θάνατο σα νύφη

 

στα πορφυρά ντυμένη σε παγαίνει,

καλά καθάρισε το. Βάλε λάδι.

Πατρίδα μας τα κράσπεδα του Άδη

και το νερό της Λήθης στο βαγένι.

 

Βήχας ξηρός, τρομάζει. Πάντα η πλέμπα,

στις εκκλησιές ζητούσε Παθολόγο.

Δεν βρίσκω σοβαρά κανένα λόγο

να σκιάζεσαι. Στο λιμανάκι έμπα,

 

με τρύπα στο κεφάλι για στο στήθος,

περνώντας ο αγέρας  να βουίζει,

αρχαία μυστικά. Του γάμου ρύζι,

σκόρπιο στη κάσα σου κι απάνω λίθος.

 

Τι με ρωτάς πως λύνονται οι γρίφοι;

Απάντηση γυρεύεις  να σου δώσει,

κάποιος που χώμα έχει αναλώσει

πολύ. Θάρρει… Ακολουθάνε στίφη.

 

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012


                Ο Υπνοβάτης

 

Χαμόγελο στα χείλη παγωμένο,

σαν άγαλμα που αγκάλιασε ο Σωκράτης.

Όπου σκοτάδια, να σου  κι ο Υπνοβάτης

με το παλιό γελέκο το σκισμένο.

 

Έχει στο στήθος γκόλφι και μαράζι,

αναιμικό  θυμίζοντας προφήτη,

δίχως λυχνάρι ένα τρωγλοδύτη

και χωρικό  σαλό έξω απ΄το Μάζι.

 

Και πριν να βυθιστούν οι αυτοκτόνοι,

σε αυτό που ονοματίσανε νιρβάνα,

συγχώρεση γυρεύει από τη μάνα

και στις φωλιές το πρώτο χελιδόνι.

 

Περιπολεί ο δίσκος της Εκάτης,

τινάζοντας τη σκόνη από τα πέτα

κι εγώ με μια στα χέρια μου μπερέτα,

πώς να δεχτώ πως είμαι ο Υπνοβάτης;

 

 

 

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012


                        Απόψε

 

Απόψε θα πεθάνει ο Μπαρμπέρης…

Γυρεύουν τα ξουράφια του φωνή.

Απέξω θα περνούν μ΄ένα χωνί

αντάρτες. Τύφλα να χει ο Ιαβέρης.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Παγοπώλης…

Οι ζέστες τι κακό για τη καρδιά;

Που βάζεις και την αναπαραδιά;

Είκοσι χρονών και κάτι μόλις.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Ταβερνιάρης…

Συκώτι που μαράθηκε φορεί.

Με τη ποδιά λερή αναχωρεί,

απ΄το σταθμό στα Βλάχικα της Βάρης.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Φωτογράφος…

Το φλας είναι σα σφαίρα  φονικό.

Ξέρω δεν μοιάζει διόλου λογικό,

να γίνεται το φως σήμα και τάφος.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Ποιητίσκος…

Οι στίχοι του μνημεία θλιβερά,

του κόψανε τη φόρα, τα φτερά

κι απόμεινε γρατζουνισμένος δίσκος.

 

 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012


Μπροστά Στον Καθρέφτη Του Μπαρμπέρικου

 

Θα κάτσω στη δερμάτινη, φθαρμένη πολυθρόνα

και το ξουράφι στο λουρί θ΄αρχίσω ν΄ακονίζω,

ώρα πολύ. Πέρα μακριά στην Άγια Λισαβόνα,

Φερνάντο με γνωρίσανε. Τα δόντια μου σαν τρίζω,

 

ανατριχιάζει ο ποταμός ο Τάγος και φουσκώνει,

τον Κάμπος παραχώνοντας στις λάσπες. Καλοκαίρι

και περπατώ στις όχθες του μ΄ένα λερό σεντόνι

αναμεσίς στα σκέλια μου. Του Ζέφυρου τ΄αγέρι,

 

λουφάζει στο Μπαούλο μου. Της Αβινιόν Ατθίδα,

απ΄την αρχαία συντροφιά που σβήστηκε στον χρόνο,

παίρνοντας πένα και χαρτί, την κοφτερή λεπίδα,

θα στείλει γράμμα φορτικό να βρουν τον δολοφόνο.

 

Καθρέφτης. Χέρι σταθερό τείνω προς τον λαιμό μου

και πορφυρά τα αίματα θ΄αφήκω να ποτίσουν,

ψηφιδωτά πατώματα. Μ΄επιμονή εντόμου,

βουρκόλακες δεξιά-ζερβά, γυμνό ας με τραβήξουν

 

όπου χτυπά της Κόλασης το γκονγκ που ξεκουφαίνει

και σύνεργα βασανιστές κραδαίνουν μπας και σκιάξουν

τις πιο αδύναμες ψυχές. Ποτές του δεν πεθαίνει,

όποιος φαρμάκι μες τ΄αυτί αφήνει να του στάξουν.

 

Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012


Στις Αποικίες

 

Ξεθυμασμένα φώτα της γιορτής

και προβολείς θαμποί των χειρουργείων,

στα κοκαλάκια στρέψτε των Αγίων

τις δέσμες σας. Φραγμένης αορτής

 

στέκω στρατιώτης. Θέατρο φθηνό,

το Σύμπαν αφειδώς πάντα προσφέρει.

Πένης ο Θεατρώνης υποφέρει,

πλην στήνει σκηνικό χειμερινό.

 

Που να βρεθούν τη σήμερον μουρλοί,

ανάλαδοι να παίζουν νύχτα-μέρα;

Μήτε στην Γέλα, μήτε στην Ιμέρα,

θυμούνται την φιλάρεσκη ουλή

 

κι εκείνον τον θρασύ, τον αχαμνό,

που φάνηκε στα μέρη τους κομήτης.

Φυγάς, του Κάτω Κόσμου αυτοδύτης,

ακόμα προσπαθώ με τον φανό,

 

τον δρόμο προς την Άνω Σιών να βρω.

Των Δώρων μπουχτισμένος την σαπίλα,

να ταξιδεύω βάλθηκα με ξύλα,

γυρεύοντας Σαμάνο και Γιατρό.

 

Στρατιώτης στέκω. Το χω ξαναπεί.

Η βάρδια των Νεκρών με περιμένει.

Μια Μάρθα από τα ψώνια κουρασμένη,

ψωμί θε να μου φέρνει στο Γιαπί.

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012


ΟΙ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΟΙ

Της συννεφιάς το μπλόκο θε να σπάσω,

μ΄ ένα σαθρό, χωμάτινο σκαρί.

Από την ακεφιά έχω φθαρεί

τόσο γερά που τίποτα να χάσω

 

δε βρίσκεται. Τρύπια μονάχα χέρια.

Όλο το βιός ξοδεύτηκε στραβά.

Τα χρόνια μου καματερά ζαβά,

μ΄ ανέβασαν στης Ύλης τα μαδέρια,

 

ανοίγοντας το στόμα πέντε πήχες,

να λάβουν με το ζόρι μερτικό.

Κακό μου λαχε πρώτο αφεντικό,

γονείς είχε το δεύτερο Λαπίθες.

 

Μα τώρα πια τα ψέματα τελειώνουν.

Η ταν η επί τας. Φιλί χλωρό,

δίνω της μοίρας και αναχωρώ

για κει που οι Κτηνοτρόφοι καλιγώνουν.