Παρασκευή 21 Δεκεμβρίου 2012


Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΜΕ ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

 

Του Bach Χριστουγεννιάτικη Καντάτα,

λιπαίνει τη καρδιά μου σωτηρία.

Ανάβω ένα-ένα τα πυρία.

Tο Κοριτσάκι γύρισε σε γάτα.

 

Αλυσοδένουν πάντα τη Χιονάτη

οι Νάνοι οι επτά. Κάνουν παιχνίδι.

Με μάτι καθαρό πιάνω στασίδι,

τον όγδοο με ξέρουν αναβάτη.

 

Μυρίζει το δωμάτιο ανάσα

Δράκου που δε νογάει από ακόντια.

Τα κοφτερά του καθαρίζω δόντια,

με συρματένια βούρτσα και ποτάσα.

 

Καλοκυράδες φόρεσαν ζαρτιέρες

κι ο Λύκος ο κακός βγαίνει στη πιάτσα.

Τα τρία Γουρουνάκια, παλιοράτσα,

γλίτσα πηχτή μου γιόμισαν τις μέρες.

 

Τον έρωτα μου ζάλισε όλη  νύχτα,

λωλή Βασιλοπούλα. Το μπιζέλι

εστάθη αφορμή. Ξέρω τι θέλει…

Σφαλούν όμως τα μάτια μου από νύστα.

 

 

Γέρος, παιδί , ποιος δίνει σημασία;

Απλά, η οπτική λίγο αλλάζει.

Τα παραμύθια τέλειωσαν. Χαλάζι

χοντρό με περιμένει κι υγρασία.

 

Βαμβάκι τα μαλλιά. Ήρθαν τα χιόνια.

-Κοινότατος ο λόγος μα ταιριάζει.-

Στο Θέατρο αρχίζει να βραδιάζει

κι οι θεατές πετούν ήδη λεμόνια.

 

 

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012


Ανεπίδοτη Επιστολή

 

Στις Συρακούσες μ΄έφαγε η σκόνη

των λατομείων. Θέρμες, πονοκοίλι.

Μα πάνω απ΄όλα η θύμηση σου Φίλη,

να πλέκεις σιωπηλή στο παραγώνι,

 

μ΄εκείνα τα χρυσόκτιστα χεράκια,

που κάποτε το σώμα μου μετρούσαν.

Κάλλιο το σάβανο μου να κεντούσαν,

τι μ΄είχανε οι Ταγοί για τα χαντάκια.

 

Τη μέρα τη λαμπρή που ξεκινούσα,

στο Πειραιά σφυρίζανε μπουρούδες.

-Ελπίδες μας πουλούσε ο Άλκης φρούδες.-

Πως πίσω τους τρομάρα και αγκούσα,

 

καλά κρυμμένες θα ΄παιρναν κεφάλι

σαν φτάναμε στη μαύρη Σικελία,

έδειχνε να ΄ναι πρόγνωση γελοία.

Μιας δόξας το κρασί έφερνε ζάλη,

 

στις άγουρες μας σάρκες. Ανδρονίκη,

στερνή γραφή μου τούτη κράτησε τη

να με θυμάσαι, θέλεις πέταξε τη.

Ξινό μου βγήκε γύναι τ΄αντριλίκι.

 

Μη μένεις μόνη. Διάλεξε ξεφτέρι,

μαζί του να πετάξεις. Τόσο κρίμα,

τα νιάτα σου να χώνεις σ΄ένα μνήμα,

προσβάλλοντας την Κύπριν  δίχως ταίρι.

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012


Εικόνα Βροχής



Αδέσποτα σκυλιά μες τη βροχή

με βλέμμα ικετευτικό ζητιάνου.

Στο κουρδισμένο δέρμα του τυμπάνου,

προσωρινή γυρεύω ανακωχή

 

και σύντροφο κυφό απ΄τις βολές

της Μοίρας. Με ασίγαστο δοξάρι

ένα βιολί θρηνεί. Πόλης κουφάρι

θα ξεσκουριάσουν οι αμμοβολές,

 

προτού το πάρουν κάρα σκυθρωπά,

αγώι σε πορτί νεκροτομείου.

Εναλλαγές με κούρασαν του βίου

και των Θεών το στόμα που σιωπά.

 

Θ΄ανοίξει ο καιρός στα ξαφνικά.

Ήλιος με δόντια πάλι θ΄ανατείλει.

Της Ελευσίνας το παλιό καντήλι,

με καύσιμα φουντώνω δανεικά.

 

 

 

 

Δευτέρα 17 Δεκεμβρίου 2012


Γράμμα Συμβουλευτικό στον Αδελφό μου

 

Τι με ρωτάς πως λύνονται οι γρίφοι;

Στο πατάρι κρυμμένο, του Πατέρα

έχεις πιάσει το luger. Λαγουδέρα,

μιας βάρκας που στον θάνατο σα νύφη

 

στα πορφυρά ντυμένη σε παγαίνει,

καλά καθάρισε το. Βάλε λάδι.

Πατρίδα μας τα κράσπεδα του Άδη

και το νερό της Λήθης στο βαγένι.

 

Βήχας ξηρός, τρομάζει. Πάντα η πλέμπα,

στις εκκλησιές ζητούσε Παθολόγο.

Δεν βρίσκω σοβαρά κανένα λόγο

να σκιάζεσαι. Στο λιμανάκι έμπα,

 

με τρύπα στο κεφάλι για στο στήθος,

περνώντας ο αγέρας  να βουίζει,

αρχαία μυστικά. Του γάμου ρύζι,

σκόρπιο στη κάσα σου κι απάνω λίθος.

 

Τι με ρωτάς πως λύνονται οι γρίφοι;

Απάντηση γυρεύεις  να σου δώσει,

κάποιος που χώμα έχει αναλώσει

πολύ. Θάρρει… Ακολουθάνε στίφη.

 

Κυριακή 16 Δεκεμβρίου 2012


                Ο Υπνοβάτης

 

Χαμόγελο στα χείλη παγωμένο,

σαν άγαλμα που αγκάλιασε ο Σωκράτης.

Όπου σκοτάδια, να σου  κι ο Υπνοβάτης

με το παλιό γελέκο το σκισμένο.

 

Έχει στο στήθος γκόλφι και μαράζι,

αναιμικό  θυμίζοντας προφήτη,

δίχως λυχνάρι ένα τρωγλοδύτη

και χωρικό  σαλό έξω απ΄το Μάζι.

 

Και πριν να βυθιστούν οι αυτοκτόνοι,

σε αυτό που ονοματίσανε νιρβάνα,

συγχώρεση γυρεύει από τη μάνα

και στις φωλιές το πρώτο χελιδόνι.

 

Περιπολεί ο δίσκος της Εκάτης,

τινάζοντας τη σκόνη από τα πέτα

κι εγώ με μια στα χέρια μου μπερέτα,

πώς να δεχτώ πως είμαι ο Υπνοβάτης;

 

 

 

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2012


                        Απόψε

 

Απόψε θα πεθάνει ο Μπαρμπέρης…

Γυρεύουν τα ξουράφια του φωνή.

Απέξω θα περνούν μ΄ένα χωνί

αντάρτες. Τύφλα να χει ο Ιαβέρης.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Παγοπώλης…

Οι ζέστες τι κακό για τη καρδιά;

Που βάζεις και την αναπαραδιά;

Είκοσι χρονών και κάτι μόλις.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Ταβερνιάρης…

Συκώτι που μαράθηκε φορεί.

Με τη ποδιά λερή αναχωρεί,

απ΄το σταθμό στα Βλάχικα της Βάρης.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Φωτογράφος…

Το φλας είναι σα σφαίρα  φονικό.

Ξέρω δεν μοιάζει διόλου λογικό,

να γίνεται το φως σήμα και τάφος.

 

Απόψε θα πεθάνει ο Ποιητίσκος…

Οι στίχοι του μνημεία θλιβερά,

του κόψανε τη φόρα, τα φτερά

κι απόμεινε γρατζουνισμένος δίσκος.

 

 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012


Μπροστά Στον Καθρέφτη Του Μπαρμπέρικου

 

Θα κάτσω στη δερμάτινη, φθαρμένη πολυθρόνα

και το ξουράφι στο λουρί θ΄αρχίσω ν΄ακονίζω,

ώρα πολύ. Πέρα μακριά στην Άγια Λισαβόνα,

Φερνάντο με γνωρίσανε. Τα δόντια μου σαν τρίζω,

 

ανατριχιάζει ο ποταμός ο Τάγος και φουσκώνει,

τον Κάμπος παραχώνοντας στις λάσπες. Καλοκαίρι

και περπατώ στις όχθες του μ΄ένα λερό σεντόνι

αναμεσίς στα σκέλια μου. Του Ζέφυρου τ΄αγέρι,

 

λουφάζει στο Μπαούλο μου. Της Αβινιόν Ατθίδα,

απ΄την αρχαία συντροφιά που σβήστηκε στον χρόνο,

παίρνοντας πένα και χαρτί, την κοφτερή λεπίδα,

θα στείλει γράμμα φορτικό να βρουν τον δολοφόνο.

 

Καθρέφτης. Χέρι σταθερό τείνω προς τον λαιμό μου

και πορφυρά τα αίματα θ΄αφήκω να ποτίσουν,

ψηφιδωτά πατώματα. Μ΄επιμονή εντόμου,

βουρκόλακες δεξιά-ζερβά, γυμνό ας με τραβήξουν

 

όπου χτυπά της Κόλασης το γκονγκ που ξεκουφαίνει

και σύνεργα βασανιστές κραδαίνουν μπας και σκιάξουν

τις πιο αδύναμες ψυχές. Ποτές του δεν πεθαίνει,

όποιος φαρμάκι μες τ΄αυτί αφήνει να του στάξουν.