Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013


Ο Σκύλος της Αγάπης

 

Βασάνιζα το Σκύλο της Αγάπης

για χρόνια. Τι μου έφταιγε κι αυτός;

Σορόκος με μαστίγωνε καυτός

κι ένας καιρός με χάραζε χασάπης,

 

αμείλικτα. Σαν μήλο μολεμένο

με στοίβαζαν χλωρό  στις λαϊκές,

δυσοίωνες μορφές αρχαϊκές.

Άλλες φορές παιδάκι ορφανεμένο,

 

σε κέντρα σεργιανούσα ποντισμένα,

κυκλάμινα κρατώντας στο ζερβί.

Οι μαστροποί με φώναζαν Ραβί

κι αγόραζαν ματσάκια. Σαπισμένα

 

τα ξύλα μου, σιχαίνονταν τ΄ αλάτι.

Καλή κι η άμμος ήταν της ακτής.

Δεν  έμελλε ποτές κατακτητής

να γένω. Μια ζωή στο μονοπάτι

 

αλγούσα με τις τσέπες βατεμένες,

από της μαύρης φτώχιας τη πυγμή.

Αξία, είχε πάντα η στιγμή

κι οι άθικτοι των τύψεων υμένες.

 

Βασάνιζα το Σκύλο της Αγάπης

για χρόνια. Δεν μου βγήκε σε καλό.

Τώρα τα μύχια πνεύματα καλώ.

Τι κρίμα να τα κράζει κάποιος κάλπης;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013


Δεν τρέφει αυταπάτες

 

Δεν τρέφει αυταπάτες. Ο καιρός,

σα τρένο στοιχειωμένο θα περάσει

αλλόκοτο πολύ, μες από δάση.

Στο πρώτο το βαγόνι τρυφερός,

 

ο ποιητής με πένα μισερή,

δεν ξέρει πως τους στίχους του να κλείσει.

Τι το θελε κι αυτό το ερημοκλήσι,

και προπαντός  το  άσβεστο κερί;

 

Δεν τρέφει αυταπάτες. Ούτε μια

ανάσα της ψυχής του δεν θα δώσει

ζωή όπου ανάγκη. Πώς να τρώσει,

λίγη μελάνη τόση ερημιά;

 

Πώς να σκοτώσει δράκους με νυχιές;

Τα όπλα του φτωχά καθώς του πρέπουν.

Καλοκυράδες γύφτισσες τον σκέπουν,

ολημερίς ματίζοντας τριχιές.

 

Δεν τρέφει αυταπάτες. Της θανής

το κάρο πάντα έρχεται στην ώρα.

Ωραία θα ναι να ξεσπάσει μπόρα,

το ξόδι του να μην το ιδεί κανείς

 

κι ένα να γένουν λέξεις δανεικές,

με των υγρών χωμάτων την αλμύρα,

σπασμένη στο πλευρό του να ναι  η λύρα

και γύρω της κορδέλες νεκρικές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013


Το τέλος του ταξιδιού


Ξερνούν στην Ελευσίνα  τα φουγάρα,

της Περσεφόνης τέφρες. Μια βροχή,

δε λέει να γυρέψει ανακωχή.

Volkswagen, Citroen και Grand Vitara

 

την Ιερά βρωμίζουνε τη στράτα,

με λάδια και με φρένων μολυβιές.

Πρησμένα λέσια, Shell, ισχνές ελιές

και στα ρηχά κονσερβοκούτια  <<ΤΡΑΤΑ>>,

 

σαϊτεύουν τη Μητέρα. Στη θαμπάδα,

καβάλα στ΄άλογο του ο Περικλής,

μιας ειμαρμένης άθυρμα τυφλής,

ανάβει στο κροτάφι του λαμπάδα.

 

Μπροστά μας πόρνη απλώνεται η Αθήνα,

χωράφι πετρωμένο και αργό.

Ξεφλούδισε σαν θέλεις ένα αυγό,

τι με κοψε μια λόρδα Κατερίνα.

 

Μελαγχολία σέρτικη. Βραδιάζει

στις δόλιες μας καρδιές. Δεν ωφελεί,

να σκέφτεσαι συνέχεια το κελί,

που ορθάνοιχτο προσμένει μας στο Γκάζι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 31 Δεκεμβρίου 2012


Τα Λόγια Μου


Τα λόγια μου  ζαρκάδια δαγκωμένα,

απ΄του λοιμού την ύπουλη οχιά.

Πενήντα χρόνων πυρ κι αναβροχιά,

μου στέγνωσαν τα φρύδια τα υψωμένα

 

και μ΄άφησαν κυφό στο παραγώνι,

τις στάχτες να σκαλίζω τις παλιές.

Δρεπάνια των ανθρώπων οι λαλιές,

βουβάνανε των σπλάχνων μου τ΄αηδόνι.

 

Τα λόγια μου στιβάλια μπαλωμένα,

σε μιας καζέρμας άδειας το πορτί.

Για κάποιον άλλον ήταν η γιορτή…

Μαχαίρια κάθε νύχτα στομωμένα

 

στη φτέρνα τη ζερβιά του αναβάτη,

βυθίζουν μεθυσμένοι μαστροποί.

Παράς που δεν φτουράει η ντροπή,

ραντίζει τις πληγές χοντρό αλάτι.

 

Τα λόγια μου ταβέρνες φωτισμένες,

Επιταφίου χάσικα κεριά.

Τανύζουν οι εταίρες τα μεριά

και διαλαλούν την λήθη αφρισμένες

 

πριν γυμνωθούν τη χάρτινη εσθήτα

ακόμα μια φορά. Τι καρτερώ;

Δεν στάθηκε τ΄αμπέλι καρπερό

για των σβησμένων άστρων τον Ακρίτα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 28 Δεκεμβρίου 2012


 

Το στερνό μου

 

Ήρθε θαρρώ η ώρα να σιγήσω.

Το ίδιο πάντα μίζερο κοντσέρτο

μπούχτισα. Ότι ξύδι έχεις, φέρ΄το

Πατρίδα να το πιω κι ίσως κερδίσω,

 

θολή ματιά και ράβδο αναπήρου,

τσιγγάνας προστυχιά που καλογραίας

φόρεσε ρούχο. Το φθηνό το κρέας,

σε τμήματα οσμίζομαι ονείρου…

 

Τον ξεπεσμό δεν μίσησε κανένας.

Αντίθετα, μια γλύκα είχε πάντα

η χαμερπής ζωή. Απ΄τα σαράντα,

γύρισα το ταξίμετρο της γέννας

 

και βγήκα στα καντούνια της Χαλκίδας,

ζήτουλας. Μα ελήλυθεν  η ώρα

για μπότζι. Δίχως φρένα νεκροφόρα,

με ταξιδεύει Τέκνο Καταιγίδας.

 

                                             Γιάννης Σ.

                                    21 Ιανουαρίου 1984

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012


Μείον Ένα

 

Στο Μείον Ένα πέφτουνε οι μάσκες

και πεταλούδες χάνουν το σκοπό τους.

Μονήρης στο προθάλαμο του σκότους,

αναλαμβάνεις όπλα και παλάσκες

 

και με μπροστάρη σκύλο λυσσασμένο,

κουτρουβαλάς τις σκάλες. Τα τελώνια,

κοπριές πετούν ζεστές, σάπια λεμόνια…

Μοιραία όλα τούτα για τον Ξένο.

 

 

Στο Μείον Ένα γνέφουν νοσοκόμοι,

με ύφος σοβαρό. Ψέματα λένε.

Κάποιοι που δεν βαστάνε μυξοκλαίνε,

βαρύ φορτίο δέχονται οι ώμοι.

 

Ατάραχος εσύ και γκρεμισμένος,

<<τι σημασία έχει τόσος πόνος;>>

αναρωτιέσαι, <<ποιος ο Φανφαρόνος,

για τους ανθρώπους που΄χει τέτοιο μένος;>>

 

Σε λίγο θα σε βάλουνε στη ψύξη

και μύτη κακομοίρη δεν θ΄ανοίξει.

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012


Το γκιον του Γκιώνη

 

Αφόρητο να σ΄αγαπώ…

Πως αγαπιέται έν΄ αγκάθι;

Λόγους δεν βρίσκω να ντραπώ,

με σπρώχνουν όλα να σου πω:

<<Προώρως τ΄άνθος εμαράθη>>.

 

Καθάριος κάποτε ουρανός,

κι ενός θεού γυμνού το χέρι,

στις ερημιές λευκός φανός,

σπηλιά δροσάτη του Πανός…

Ξάφνου, Χανιώτικο μαχαίρι.

 

Βαλτώσαμε οριστικά.

Το παραμύθι πήρε τέλος.

Προχθές φιλήματα γλυκά,

τώρα με γκάζια νευρικά,

φαρμακωμένο τρέχεις βέλος.

 

 

Μισή σελήνη δεν αρκεί,

να λάμψει στα βουνά το χιόνι.

Μέρα ξεφύτρωσε κακή,

κι ακούγεται σαν υλακή,

το τελευταίο <<γκιον>> του γκιώνη.