Τρίτη 15 Ιανουαρίου 2013


               ΧΟΝΤΡΟ ΑΛΑΤΙ


Αλάτι στις πληγές χοντρό θα ρίξω

και στους Θεούς μια κούφια μπαταριά.

Δεν θέλησα, δεν βάσταξα τον γύψο…

Χίλιες φορές το παν σε μια ζαριά,

 

στις λέσχες τις κρυφές με το καντήλι

και τα χλωμά, φιλέρημα γκαρσόν,

να παίξω μεθυσμένος από Απρίλη,

εγώ ο ριζοτόμος των δασών,

 

παρά να βολοδέρνω μες τον χρόνο,

σαν κάποιος που κατάφορτος πληγές,

σήκωσε χέρι, μίλησε για πόνο,

μολύνοντας με στάχτη τις Πηγές.

 

Αλάτι στις πληγές χοντρό θα ρίξω

και θα χυθώ στον κόσμο. Πανικό,

δεν πρέπει μήτε μια στιγμή να δείξω.

Ότι δικό μου; Ήταν δανεικό…

 

Πέμπτη 10 Ιανουαρίου 2013


                     Ανταρσία
Click for larger picture...
Μαιζώνος, Μάρτης, άδεια καφενεία,

ψιλόβροχο, μπουρούδες χολιασμένες,

εταίρες ένα γύρω κουρασμένες.

Κυλάει μπρος στα μάτια σου η ταινία

 

κι εσύ Οπλίτης με φθαρμένες σόλες,

την άνοιξη προσμένεις που δεν θα ρθει,

μετρώντας στο ζερβί σου μόνο λάθη.

Σκυλί σακατεμένο απ΄τις φόλες,

 

σε παίρνει μ΄άδειο βλέμμα στο κατόπι,

γυρεύοντας το χάδι που σκοτώνει.

Ο Κύριος κανέναν  δεν γλυτώνει.

Πριν το μπαστούνι, έδωκε το τόπι.

 

Και όλα ποτισμένα υγρασία,

σαν φάλτσα χορωδία σε προγκάνε.

Τα Σύμπαντα χαρούμενα μαδάνε,

καλώντας σε στην ύστατη ανταρσία.

 

                   Η Προδοσία

 

Μικρά νεκροταφεία ξεχασμένα

σε Καζαμίες. Δύσκολοι καιροί

για Πρίγκιπες. Γυρεύω με κερί

του Άδη τα σκυλιά τα λυσσασμένα.

 

Ποιόν άγνωρο νεκρό να πρωτοκλάψω;

Ποιάς μοίρας να χτυπήσω το πορτί;

Χαροκοπιό μου τάξαν και γιορτή

κι όχι τον επικήδειο να γράψω

 

φίλων που πήραν τ΄άγριο μονοπάτι

με τρύπιες τις σημαίες και λερές.

Πέτρες με τέμνουν πάντα κοφτερές

και που να βρω σπαθί και παραστάτη,

 

να κάμω της ζωής ένα γιουρούσι.

Το σπήλαιο της Λήθης κατοικώ,

μακριά να μένω από θανατικό.

Τυχαία δεν με βγάλαν Πήλιο Γούση.

Τετάρτη 9 Ιανουαρίου 2013


                      Οι στίχοι


Οι στίχοι αίμα, στρώσανε σεντόνια,

ποτίσανε χωράφια, ντύσαν κόσμο.

Μοσχοβολούσαν ρίγανη και δυόσμο

ένα καιρό. Στου Άδη τα καντόνια

 

τώρα, δέντρα του Ιούδα θαλερά,

τα λάβρα σκιάζουν πνεύματα της νιότης.

Πόσες φορές μπορεί ο παλαπόντης

να σε γελάσει; Κι αν άλλαξε φτερά,

 

το πέταγμα το ίδιο θε να κάνει,

αλλόκοτο βαρύ και μουδιασμένο.

Σε τούτο το σταθμό δε φτάνει τρένο

κι ο Παγοπώλης έχει πια πεθάνει.

 

Οι στίχοι σπέρμα, μπαίγνιο μιας πόρνης,

καταιονίζουν  πένθιμους αιώνες,

λίγο πριν πάρουν πάλι τις σφεντόνες,

παιδιά χανσενικά της Περσεφόνης.

 

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013


Ο Σκύλος της Αγάπης

 

Βασάνιζα το Σκύλο της Αγάπης

για χρόνια. Τι μου έφταιγε κι αυτός;

Σορόκος με μαστίγωνε καυτός

κι ένας καιρός με χάραζε χασάπης,

 

αμείλικτα. Σαν μήλο μολεμένο

με στοίβαζαν χλωρό  στις λαϊκές,

δυσοίωνες μορφές αρχαϊκές.

Άλλες φορές παιδάκι ορφανεμένο,

 

σε κέντρα σεργιανούσα ποντισμένα,

κυκλάμινα κρατώντας στο ζερβί.

Οι μαστροποί με φώναζαν Ραβί

κι αγόραζαν ματσάκια. Σαπισμένα

 

τα ξύλα μου, σιχαίνονταν τ΄ αλάτι.

Καλή κι η άμμος ήταν της ακτής.

Δεν  έμελλε ποτές κατακτητής

να γένω. Μια ζωή στο μονοπάτι

 

αλγούσα με τις τσέπες βατεμένες,

από της μαύρης φτώχιας τη πυγμή.

Αξία, είχε πάντα η στιγμή

κι οι άθικτοι των τύψεων υμένες.

 

Βασάνιζα το Σκύλο της Αγάπης

για χρόνια. Δεν μου βγήκε σε καλό.

Τώρα τα μύχια πνεύματα καλώ.

Τι κρίμα να τα κράζει κάποιος κάλπης;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 5 Ιανουαρίου 2013


Δεν τρέφει αυταπάτες

 

Δεν τρέφει αυταπάτες. Ο καιρός,

σα τρένο στοιχειωμένο θα περάσει

αλλόκοτο πολύ, μες από δάση.

Στο πρώτο το βαγόνι τρυφερός,

 

ο ποιητής με πένα μισερή,

δεν ξέρει πως τους στίχους του να κλείσει.

Τι το θελε κι αυτό το ερημοκλήσι,

και προπαντός  το  άσβεστο κερί;

 

Δεν τρέφει αυταπάτες. Ούτε μια

ανάσα της ψυχής του δεν θα δώσει

ζωή όπου ανάγκη. Πώς να τρώσει,

λίγη μελάνη τόση ερημιά;

 

Πώς να σκοτώσει δράκους με νυχιές;

Τα όπλα του φτωχά καθώς του πρέπουν.

Καλοκυράδες γύφτισσες τον σκέπουν,

ολημερίς ματίζοντας τριχιές.

 

Δεν τρέφει αυταπάτες. Της θανής

το κάρο πάντα έρχεται στην ώρα.

Ωραία θα ναι να ξεσπάσει μπόρα,

το ξόδι του να μην το ιδεί κανείς

 

κι ένα να γένουν λέξεις δανεικές,

με των υγρών χωμάτων την αλμύρα,

σπασμένη στο πλευρό του να ναι  η λύρα

και γύρω της κορδέλες νεκρικές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013


Το τέλος του ταξιδιού


Ξερνούν στην Ελευσίνα  τα φουγάρα,

της Περσεφόνης τέφρες. Μια βροχή,

δε λέει να γυρέψει ανακωχή.

Volkswagen, Citroen και Grand Vitara

 

την Ιερά βρωμίζουνε τη στράτα,

με λάδια και με φρένων μολυβιές.

Πρησμένα λέσια, Shell, ισχνές ελιές

και στα ρηχά κονσερβοκούτια  <<ΤΡΑΤΑ>>,

 

σαϊτεύουν τη Μητέρα. Στη θαμπάδα,

καβάλα στ΄άλογο του ο Περικλής,

μιας ειμαρμένης άθυρμα τυφλής,

ανάβει στο κροτάφι του λαμπάδα.

 

Μπροστά μας πόρνη απλώνεται η Αθήνα,

χωράφι πετρωμένο και αργό.

Ξεφλούδισε σαν θέλεις ένα αυγό,

τι με κοψε μια λόρδα Κατερίνα.

 

Μελαγχολία σέρτικη. Βραδιάζει

στις δόλιες μας καρδιές. Δεν ωφελεί,

να σκέφτεσαι συνέχεια το κελί,

που ορθάνοιχτο προσμένει μας στο Γκάζι.