Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013


            Μανδάμ

<<Ο τρώσας και ιάσεται>> μανδάμ,

κηρύττω άνευ φόβου και σαρδάμ.

Οι τρόποι σας, το μπούστο σας, το στυλ σας,

στα πρόθυρα με φέρανε της λύσσας.
 

Ποιος λίμπερη σας άφηκε μανδάμ,

να κάμετε το Σύμπαν Γης Μαδιάμ;

Με λειώσατε ως να μουν κατσαρίδα,

απ΄τη στιγμή την πρώτη που σας είδα.


Προσθέστε λίγο αίσθημα μανδάμ

κι ας πάρουμε μαζί τούτο το τραμ.

Εις τας ακτάς φθηνά ξενοδοχεία,

συμβάλλουν στης σαρκός την ευωχία.

 
Θαρρώ με κογιονάρετε μανδάμ.

Την τύχη βλέπω να χω του Σαντάμ.

Ένα πρωί γραμμή για την αγχόνη,

κι εσείς αιτία λέγω θα στε η μόνη.

 
Υβρίζετε; Νισάφι πια μανδάμ.

Βροντάει η καρδιά μου σαν ταμ ταμ,

μα πέτρα θα την κάμω και κοτρόνα

κι ας χαίρεστε τα λέπια σας γοργόνα.

 

Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2013


Η Δικηγόρισσα

 

Περαστικός απ΄την Φειδίου,

στο τσακ να βγάλω κόρυζα

κι άξαφνα έκλειψη ηλίου,

μια δικηγόρισσα.

 

Calvin Klein μαύρη τσάντα,

πρώτη μούρη Κόλαση,

πριν κηρύξω  Ιντιφάντα,

ζήτησα ακρόαση.

 

Λόγια πετούσα βοτσαλάκια

κι αυτή σαράντα κύματα

με βυθισμένα καραβάκια.

Ω πόσα θύματα.

 

Μέτρα δύο παρά κάτι,

σκόρπιζε αρώματα.

Πως μου γυάλισε το μάτι,

αν και στα τελειώματα;

 

Περαστικός απ΄την Φειδίου,

<<τι ψάχνω;>> αναρωτήθηκα,

σαράντα τρείς βαθμοί Κελσίου,

μα εγώ δεν ψήθηκα.

 

Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013


Ο Τελωνοφύλακας

Πτώση χόρτασα με δόσεις

ζώντας στη μεθόριο.

Συνεχείς οι ταλαντώσεις,

μ΄έφτασαν στο όριο.

 

Φοίτησα σε λάθος πόλη

πάθη και αισθήματα,

σαν τυφλός μες την ασβόλη,

με κρυφά οιδήματα.

 

Στων οστών μου το πηγάδι,

γκρεμισμένο φιλιατρό.

Οι βαθιές πληγές του Άδη

δεν χρειάζονται γιατρό.

 

Φώτα κίτρινα τα βράδια,

δείχνουνε τα σύνορα.

Στου αόρατου τα χάδια,

κλείνουν ματοτσίνορα.

 

Άγουρα φιλιά στο στόμα,

ώριμα στο μέτωπο.

Δεν αλλάζω ούτε κόμμα

ως να βγω σε ξέφωτο.

 

Γέλια γύρισαν σε δάκρυ

και χαρές σε στέφανα.

Ξεχασμένος σε μιαν άκρη,

πριν δυό χρόνια πέθανα.

 

                     Ενύπνιο


Αψιά μελαγχολία στη Χαλκίδα.

Οι θάλασσες παρθένες. Καφενεία

ολόφωτα να τέμνουν τη πενία

μιας εποχής ολάκερης. Σε είδα

 

στιχάκια να σκαρώνεις πλεχτορίμα,

βουτώντας το φτερό σου στη μελάνη.

Σου γύρισα: <<Τι φτιάνεις μπάρμπα-Γιάννη;>>

Μέτρα πιο πέρα έσερνε το βήμα,

 

στρατιώτης βουτηγμένος σ΄άγρια πλήξη.

Γραφεία κηδειών, ντοκ φρικαλέα,

μπλόκια. Με μάτια πάντα νυσταλέα,

έκανες για μποτίνια, κάποια νύξη

 

αόριστη. Συ Μέγας Τελετάρχης

και γω ένα παιδόπουλο κρυμμένο

στις φούστες της μάνας. Κέρινο τρένο

σφύριξε, πάει. Ξυπνώ. Δεν υπάρχεις.

 

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013


               Η  Πρόσκληση


Εκατοστά ο θάνατος πιο πέρα

μια δεύτερη μου γένηκε σκιά.

Κλαδεύω κάθε μέρα τη συκιά…

Εις μάτην. Σαν λουστρίνια του πατέρα,

 

γυαλοκοπούν οι Νήσοι των Μακάρων,

καλώντας με να πλέξω το σχοινί.

Περπατησιά μας ένωσε κοινή.

Συλλάβισε τα ονόματα των φάρων

 

κι αν θες για το αγύριστο ταξίδι

κινάμε. Οι καιροί ου μενετοί.

Τα λέσια μας το Σύμπαν απαιτεί,

πλυμένα με νερό γλυφό και ξύδι.

 

Δειλιάζεις; Το περίμενα. Μελέτη,

κάμει το πράγμα δύσκολο  πολύ.

Χρειάζεται να πιείς λικέρ χολή

και μαθημένη είσαι στο σερμπέτι.

 

Παρασκευή 18 Ιανουαρίου 2013


Μέση Ηλικία

Απάνεμο λιμάνι που να βρω;

Ολόγυρα, σωρός σπασμένες πλώρες.

Χαρτοπολτός γεννήθηκα σε μπόρες

και πάνω σε ρυτίδες πλάνο γκρο.

 

Βοριάς με μακελεύει με  μπαλτά.

Στο Μετς σκυλιά, στο Γκάζι κουκουβάγιες.

Που μίσεψαν οι μέρες μου οι άγιες;

<<Στης Κόλασης τον πάτο>> απαντά,

 

το φάσμα του Σωκράτη σοβαρό,

μ΄έναν στατήρα κίβδηλο στο χέρι.

Ακροβατώ στου χρόνου το μαδέρι,

δίχως το φως εκείνο το ιλαρό,

 

που λάμπρυνε το ρούχο της ψυχής

και άναβε του νου την μπριγιαντίνη.

Ήρθε η στιγμή να κύψω στην οδύνη

και να χαθώ στις δίνες της σιγής.

 

Πέμπτη 17 Ιανουαρίου 2013


   Θάνατος στη <<ΣΩΤΗΡΙΑ>>


Το μαύρο βάζω το πουκάμισο,

κάθε που στην ψυχή μου σουρουπώνει,

με χάρη μια σκιά το σιδερώνει,

για σε που ήσουν το άλλο μου μισό.

 

Που μίσεψες; Προς τι τέτοια σπουδή;

Απότιστα μου άφηκες λουλούδια…

Φαγώθηκε η αγάπη, μόνο φλούδια

και δέντρα δίχως ρίζα στο Γουδί.

 

Το σίδερο αψύ του κεραυνού,

πηγάδι εντός μου άνοιξε και φρέαρ.

Βαριά η Πασχαλιά, γλυκύ μου Έαρ,

με βρήκε στ΄ ακρογιάλι τ΄ουρανού,

 

με χέρι μαργωμένο απ΄το κακό,

να παίζω αναμνήσεις  κομπολόι.

Μπροστά πάνε οι θλίψες μου κομβόι

και πίσω εγώ παλιό μοτοσακό.