Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013


Στο Σκυλόσπιτο




 
 


















Δεμένος με του Κρόνου την τριχιά,

σαν το σκυλί που ΄χει κακόν αφέντη,

της πείνας νοιώθω πάντα την νυχιά,

το λάκτισμα… Παρηγοριά τ΄ αψέντι.

 

Στις πυραμίδες του Άδη αλυχτώ,

ακροβατώ στα σύρματα του τρόμου,

με στόμα δίχως δόντια κι ανοιχτό,

στα σκοτεινά παραμιλώ  του δρόμου.

 

Το χέρι που μου δίνει την τροφή,

τα κόκαλα τα λίγα και το ξύγκι,

ιστορημένο απάνω σε οροφή

να ευλογεί, διπλά κλέβει στο ζύγι.

 

Καλύτερα φαρμάκι και γυαλί,

πιο βολετό, πετσί σ΄ένα χωράφι.

Ο Θάνατος σαν φίλος με καλεί,

τα σκάμματα με κράζουν και οι τάφοι.

 

Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013


Το ξόδι μου


Στα σκοτεινά σαλεύουν οι προφήτες,

τον Άγνωστο λατρεύοντας Θεό.

-Στέρνο δασύ, τι γύρισες φαιό;

-Απάνω μου γιορντάνια, χίλιες ήττες.

 

Το φέρετρο φελούκα και πως βγαίνει;

Η αυλόπορτα στενή και χαμηλή.

-Ψυχή σαν κοριτσόπουλο δειλή,

πως σου ΄πεσε απ΄τα χέρια το βαένι;

 

-Με όστρακα πασχίζω να γεμίσω,

την κοίτη την ξερή του Ηριδανού.

Με λέγαν Καλυψώ, Περί Μπανού,

κρασί του άλλου κόσμου πριν μεθύσω.

 

Φυτρώνει στα βουνά τραχιά η μέρα

μα τη σκορπίζει άνεμος πικρός.

Γεννήθηκα στον θάνατο μικρός,

απ΄έναν αδυσώπητο Πατέρα.

 

Τρίτη 5 Φεβρουαρίου 2013


Ασυμφωνία Χαρακτήρων

 

Σπινόζα στ΄αστικά λεωφορεία

και Νίτσε στο παγκάκι. Πως βαστώ;

Κρατάτε με να μην καταραστώ,

των γυναικών συλλήβδην τη χορεία.

 

Πολλά κουραστικός ο Ξενοφώντας…

Ο Πλάτων; Σαν να πίνεις Panadol.

Πριν πέσω στα βαριά και στ΄ αλκοόλ,

την κάνω για μακριά σχεδόν πετώντας.

 

Αβάσταγη μουρμούρα, λίγος ύπνος.

Μαζί σου Νηστικός πάντα ο Δείπνος.

Πολύ σκοτάδι εντός και που ο λύχνος;

Κι απ΄τα τριάντα χρόνια, μήτε ίχνος.

 

Τον Γκαίτε τον μπερδεύεις με τις γκέτες.

Του Βάγκνερ δεν γουστάρεις  μουσική.

Κάθε φροντίδα βάρδα υλική,

κάλλιο στους πέντε δρόμους με επαίτες.

 

Πόσο μαθές τιμάται η λευτεριά μου;

Λίγα βιβλία μόνο και κρασί…

Ακόμπιαστα σου λέγω και φαρσί:

<<Να λείπει παστοκύδωνο του γάμου>>.

 

Γι αυτό Κατερινιώ γλυκά φιλάκια,

ρεγάλο για τον σέρτικο καιρό.

Μισεύω το λοιπόν με μπολερό

και χάρισμα σου σπίτι και παιδάκια.

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 2 Φεβρουαρίου 2013


Το ξεψύχισμα

 

Ρύζι στου πατέρα τα μαλλιά

κι αργά μες το δωμάτιο νυχτώνει.

Με δόσεις ημερήσιες σκοτώνει

ο Ξένος. Το δέμας μια σταλιά,

 

χάπια παντού, παραφροσύνη,

χειρόγραφα, κασέτες και levin

να μεταφέρουν άβυσσο. Του Κάιν

το σπέρμα χαλεύει μορφίνη…

 

Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 2013


Δεν ήταν πάντα έτσι
 

 
Κλινάρι με προσμένει λερωμένο

κι ένα φλιτζάνι πίκρα. Θα βιαστώ,

της πόρνης να μαλάξω τον μαστό,

με το αρχαίο γάλα το κομμένο.

 

Συρτάρια ποτισμένα υγρασία,

πατώματα στρεβλά. Παντού καρφιά.

Συγχώρα μου την τόση ακεφιά

και της πατρίδας την λεηλασία.

 

Δεν ήταν πάντα έτσι. Μαυροφόρες

προφήτισσες, μονάχα ακουστά

τις είχα. Των αγγέλων τα κρουστά,

μακριά κρατούσαν μόρτες, νεκροφόρες.

 

Στον ήλιο σπαρταρούσαν τα χωράφια,

καλά καμακωμένα. Συμφορές

δεν φίμωναν τις μέρες. Εκδορές

φέραν λαφριές, της νιότης τα ελάφια.

 

Μα γύρισαν τα πράγματα. Κοτρόνια

στα χέρια πια κρατώ. Ψυχή θα βρω,

σηκώνοντας με βίντσι τον σταυρό,

να μακελέψω νύφες και αγγόνια.

Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2013


Στοχασμοί μιας λαϊκής πόρνης
 


Τέλος δεν έχουν τα πικρά μαντάτα.

Σκορπίζονται στην πόλη σαν νεκροί

που μπούχτισαν τον τάφο τους. Θα βρει

πόρτες κλειστές της λησμονιάς η γάτα,

 

από τεφρό γυρίζοντας κυνήγι.

Στην εκκλησιά σαράντα μοναχοί,

γυρεύουν ριζικό και διδαχή,

σε κίβδηλο λαχνό που απόψε λήγει.

 

Κι εγώ με κορεσμένο το αιδοίο,

φυτεύω το κορμί μου σε φτηνά

κρεβάτια. Σιγανά και ταπεινά,

πορεύτηκα ως τα τώρα. Μπάτη βίο,

 

μου δώρισε της μοίρας το καράβι

κι ένα φανάρι άσβεστο για νου.

-Έλα σιμά γιαγιά- Φραγκογιαννού

και φρόντισε το τέλος μου να λάβει,

 

τη λάμψη που αξίζει αντρειωμένος

οπλίτης στου θυμού την ταραχή.

Στη στέρνα πέταξε με κι ας βραχεί,

το ρούχο που μου έραψε ο Ξένος.

 

 

 

 

Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2013


            Μανδάμ

<<Ο τρώσας και ιάσεται>> μανδάμ,

κηρύττω άνευ φόβου και σαρδάμ.

Οι τρόποι σας, το μπούστο σας, το στυλ σας,

στα πρόθυρα με φέρανε της λύσσας.
 

Ποιος λίμπερη σας άφηκε μανδάμ,

να κάμετε το Σύμπαν Γης Μαδιάμ;

Με λειώσατε ως να μουν κατσαρίδα,

απ΄τη στιγμή την πρώτη που σας είδα.


Προσθέστε λίγο αίσθημα μανδάμ

κι ας πάρουμε μαζί τούτο το τραμ.

Εις τας ακτάς φθηνά ξενοδοχεία,

συμβάλλουν στης σαρκός την ευωχία.

 
Θαρρώ με κογιονάρετε μανδάμ.

Την τύχη βλέπω να χω του Σαντάμ.

Ένα πρωί γραμμή για την αγχόνη,

κι εσείς αιτία λέγω θα στε η μόνη.

 
Υβρίζετε; Νισάφι πια μανδάμ.

Βροντάει η καρδιά μου σαν ταμ ταμ,

μα πέτρα θα την κάμω και κοτρόνα

κι ας χαίρεστε τα λέπια σας γοργόνα.