Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014


Η Παλιά μου Αγάπη

Σαράντα χρόνια να σε δω. Θα γέρασες…
Δεν θα ναι πια για σε οι παραστάσεις.
Πικρό κρασί αν κάποτε με κέρασες,
τώρα μήτε για μπύρα να χαλάσεις.

Έναν καιρό το μάτι σαν της ύαινας,
ένα καιρό το δόντι σαν πανθήρου.
Εσύ βασίλισσα τραχιά της τρίαινας
κι εγώ: « Καρδιά μου δόλια ολοφύρου».

Μα ευτυχώς τα νιάτα έχουν πέρατα,
τα στήθια προτιμούν συχνά την πτώση.
Θα ζεις ισχνή ανάμεσο σε τέρατα,
παλεύοντας μην χάσεις καμιά δόση.

Σαράντα χρόνια να σε δω, Πριγκίπισσα…
Κάποιος μου είπε: Ψέματα; Δεν ξεύρω.
«Λυπάμαι φίλε σφόδρα αν σε λύπησα.
Σταφιδιασμένη είδα την Αστέρω».

 

 

 

 

 

Κυριακή 27 Ιουλίου 2014


Στη Μακρόνησο

Μια Κυριακή απάνω στη Μακρόνησο,
τη τέντα τη σχισμένη θα μπαλώσω
και με κρασί κλεμμένο απ΄τον Διόνυσο,
της μάνας μου τη μήτρα θα εκτρώσω.

(Πέτρες γυμνές, γραμμή τα αετώματα,
οχιές εξήντα χρόνους πατημένες,
κλωβοί, αψίδες, άνω διαζώματα
και σάρκες σα πορτόκαλα στυμμένες).

Ειρωνικά της νιότης μου τα χάλκινα,
θα παιανίσουν άνεμο κακούργο.
Στις τσέπες μου για τον καπνό μια μάκινα
και στο ζερβί ομπρέλα απ΄το Χερβούργο.

Μια Κυριακή ανάθεμα στην Ποίηση
και στα φτηνά στιχάκια του μπακάλη,
μια νέα θ΄αποφύγω ψευδοκύηση,
με βόλι σφηνωμένο στο κεφάλι.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 23 Ιουλίου 2014


Αυγουστιάτικος Επιτάφιος

Τα σάβανα της μνήμης θα γυρέψω,
σε βρώμικες ταβέρνες του εξήντα.
Στη «Δάφνη», στον «Αστέρα», στην «Αλίντα»,
γκρινιάζει μυστικά να τον κηδέψω,

σαν είναι βολετό. Δεν λέει να σβήσει,
η μπάντα του στερνού Επιταφίου.
(Τραυλίζουν οι κασέτες). Στάση βίου,
λιγάκι πριν με βρει κι εμέ η δύση.

 Τα σάβανα της μνήμης θα ποτίσω,
μαλαγουζιά, μοσχάτο και ρομπόλα.
Μεσάνυχτα. Φθαρμένo στη  μουβιόλα,
τo φιλμ των γλυκασμών. Μονάχα πίσω

ας γύριζε και πάλι ο Πατέρας,
να δώσει κοκκινάδι, ζέστα, χνώτο.
Δεν ευκαιρεί… «Ηράκλειον» μπισκότο,
ταγίζει τα θεριά της Φαλκονέρας.

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2014


Δεκεμβρίου 31

Απόβροχο στο Βελιγράδι με τον Ρήγα:
«Στων Novotel σαν τι γυρεύεις τας Πηγάς;
Στο είπα κι άλλοτε, τη Μούσα σαν τρυγάς,
το νου σου απάνω στο κουνούπι και τη μύγα.

Αστάρωτε, δες ξημερώνει το ποτάμι
και Κυριακή σαμαρωμένη προσευχές.
Το Νέον Έτος-σχήμα λόγου- Ευτυχές,
τι θα σχολάσουνε για σε ταχιά οι γάμοι».

Απόβροχο στο Βελιγράδι με τον Ρήγα.
Βάλε Καρδιά μπροστά και τ΄όνειρο εξήγα!

 

 

 

 

 

 

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Πλάνο σεκάνς

                                       του κ. Θέμη 
Ο Θεριστής πιστός στη μαγγανεία,
ραντίζει με ιδρώτα τους καμβάδες.
Σου γράφω φύρδην μίγδην δυο αράδες,
ίσα να πολεμήσω την ανία

και το βαρύ φορτίο της σαγήνης.
«Εγώ να ξέρεις Φίλε, κάποιος άλλος».
Υπήρξα αρνησίθρησκος και λάλος,
τ΄ομολογώ. Στον θάνατο σαν τείνεις

φιλίας χείρα, σήπονται τα χρόνια
σε μια στιγμή, σε κλάσματα ονείρου.
Εμπρός στην ημεράδα του απείρου,
σκεπάζω τη σορό μου με σεντόνια,

τραυλίζοντας στιχάκια του Αλκμάνου.
Παρασκευή Μεγάλη με τα Πάθη
να παίζουν στην «Αργώ», παίρνω τ΄αγκάθι
και μπήγω το στο στήθος. Τέλος πλάνου…

 

 

 

 

 

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014


Γεροντικόν

Στα χρέη ο Βιργίλιος βουλιάζει.
(Ασσίναρος εδώ, βουίζει χρόνια).
Το σπίτι πάλι γέμισε τριζόνια
και σαν το γεροβούδι που σφαδάζει

απάνω στο βωμό, βρισιές στολίζω
τον θύτη, τον παπά, τον τελετάρχη,
Εκείνον που στα stent μονάχα Υπάρχει.
Αλί με κάτι τέτοια τι κερδίζω;

Τα κέρδη; Ένα σμάρι δροσουλίτες
σε σκοτεινό μπερντέ του Καραγκιόζη.
Καφές τα πρωινά, πάντα φρουκτόζη,
τα βράδια γυρολόγοι και αγύρτες,

μονιάζουν ένα γύρω απ΄το λαγήνι,
τ΄Ασύρτικο τιμώντας της αγρύπνιας.
Εμέ με την αχλύ της πρώτης  γύμνιας,
θαμμένο μ΄έχουν κάπου στην Ασίνη.

 

Τρίτη 8 Ιουλίου 2014


Γκουανταλκιβίρ

Βαθαίνει το ποτάμι μες στη νύχτα.
(Ναϊάδες μεθυσμένες με καλούνε).
Στις τσέπες μου καβούρια θε να βρούνε
οι οχτροί, μπαστούνι άσσο η Χαρτορίχτρα.

«Τραγούδια για νεκρά παιδιά» του Μάλερ,
τσιγγάνες που τσιγάρα ζητιανεύουν.
Των δίσκων οι στροφές πια δεν γιατρεύουν
κι ας βήχουν «Miserere», «Stabat Mater».

Ανάβουν στη μικρή στοά οι φίλοι:
Ο Θέμης, ο Νικόλας, ο άλλος Νίκος.
Σφυρίζοντας των λώρων ο μουζίκος,
εβδόμη θα περάσει του Απρίλη.

Και μόνο του χωριού μου το φλαμούρι,
τις ρίζες του θα δώσει γη και ύδωρ.
Εγώ της θαλερότητας ο κήνσωρ,
εκιά παραχωμένος με τη μούρη.