Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014


In Taberna Quando Sumus

 
Τα πάθη των Μηλίων με μαργώσανε,
Παρασκευή σε χασαποταβέρνα.
Γκαρσόνια τον Πολύφημο τυφλώσανε,
απάνω στο «εβίβα» και στο «κέρνα».

Κρασί θολό, οι σάρκες μας σε κάνιστρα.
Δικές μας; Των Βαρβάρων; Ποιος να ξέρει…
Εγώ μηδέν, ο Θέμης τόνο άριστα
κι ένας Χριστός- Σωτήρας με νυστέρι.

Ο μπουζουξής αφήκε το μικρόφωνο
και στρέφοντας στις θύρες τις κτισμένες,
τραγούδησε παιάνα ελληνόφωνο,
με φρένες από κάπνα συγχυσμένες:

«Τα πάθη των Μηλίων δυσανάλογα.
Ως πότε πια καημός θα μας θερίζει;
Ας εγερθούμε Φίλοι. Τα παράλογα,
απόψε δω ξορκίζονται, στου Γκύζη».

 

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014


Ο Ψευτογιάννης
 
Με σφράγισε Θεός με μολυβδόβουλο,
βατεύοντας τη μάνα μου μια Τρίτη.
Τα μάτια, δυο πληγές από παιδόπουλο,
αθέλητα με σπρώξανε Προφήτη.

Ένα σφυρί η γλώσσα μες στο στόμα μου.
Αυτούλες τους; Χωμάτινες υδρίες.
Στις όχθες νηστικός του ξεροπόταμου,
δεν πρόφταινα ξωμάχους με μωρίες.

Και μιαν αυγή,(ποιος τάχα το περίμενε),
πριν νά ΄βγει πετεινός στο μεϊντάνι,
παιδί ουτιδανό είπε: «Περίμενε,
εσέ δεν κράζαν Γιάννη Ψευτογιάννη;»

Με σφράγισε Θεός, μα κόπος άδικος.
Χαμένα όλα τράβηξαν προς γκρέμια.
Σ΄ένα σταυρό τρείς μέρες στέκω άλικος,
με περασμένα χάμουρα και γκέμια.

 

Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2014


Βραδιά Όπερας
 
Μαντάτα θ΄αριβάρουν μες στ΄απόβραδο,
πως πέσανε οι τρίποδες, η δάφνη
μαράθηκε. Στα νύχια το ψαρόλαδο
μια γη, για της Εστίας την αράχνη.

Ανάσα θα κοπεί χρόνων πεντήκοντα.
(Στερνή ταφή και πρώτη στο σαλόνι).
Κληρώθηκε…Στη χήρα τα προσήκοντα
και στο πλευρό στλεγγίδα να δαγκώνει.

Σκισμένα ρούχα, χάπια για την πίεση,
καφές, μπαγιατεμένα κουλουράκια.
Από τη μια μεριά, του λα η δίεση,
από την άλλη, έρμα γεροντάκια.

Μαντάτα θ΄αριβάρουν σαν χιλιάρμενο, κομίζοντας της κοίμησης τα δώρα.
Απογερμένη δίχως ένα η Κάρμεν «ωχ»,
αναμεσίς σε πιάτα και σε φιόρα.

 

Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014


Πρόσκληση
 
Βάλε παλτό και ρίξου στον χειμώνα μου,
χορεύοντας της Άρκτου το συρτάκι.
Μην και σκιαχτείς αχό του αγριοπόταμου,
χάνι ζεστό προσμένει σε, γιατάκι.

Έλα σαν ήλιος πρώτος. Πάρε φώτισε,
τους γκρίζους ουρανούς με εκειά την δάδα,
που άδραξε ο Θησέας. Βρες και ρώτησε…
Κάποιος θε να σου πει που πέφτ΄η Ελλάδα.

Φόρα κασκόλ, στραβά τον φίνο πέτασο,
κοθόρνους και κραδαίνοντας ομπρέλα,
με χαμογέλιο μέγκλα, ολομέταξο,
της Βάθη άσε πίσω τα μπορντέλα.

Θα στέκω δω σπηλιά και καταφύγιο,
μονάστηρο παλιό των Φραγκισκάνων,
κηπί μ΄αγριολούλουδα στο Πήλιο,  
Ταύγετος για σε μαζί και Πάρνων.

 

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014


Ο Γύρος του Θανάτου
 
Σ΄ενός Κουφού την τράπεζα σιτίζομαι,
πριν έμπω στο βαρέλι του θανάτου.
Χιλιάρα η μηχανή και αντραλίζομαι,
στη κόψη ορατού και αοράτου.

Οι θεατές πληρώσανε αντίτιμο
και μια ψυχή θα πρέπει ν΄αποσβήσει.
Μπατίρισα. Η Φάμπρικα για κλείσιμο.
Επιγραφή: ΠΑΝΣΙΟΝ «Η ΩΡΑΙΑ ΔΥΣΗ».

Της Ειμαρμένης βίδα κι υποχείριο,
σε λούνα-παρκ συχνάζω των ανέμων.
Στα χέρια μου σφικτά το εξιτήριο,
τον πρώτο λόγο τώρα έχει ο δαίμων.

Τη πόρτα μισανοίγω και εισέρχομαι.
(Σανίδια γύρω, λάδια, πριονίδι).
Εις θάνατον… Στερνή φορά προσεύχομαι,
γερμένος στων οστών μου το στασίδι.

Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2014


Η Τρομερή Προφητεία
 
Ευτυχισμένος όποιος παραστράτησε,
τες Εντολές γι΄αστείο όποιος πήρε.
Από χαρτόνι βάρκα καλαφάτισε,
με χάρη περισσή κουπιά της σύρε,

προς τις Ακτές που κρύβουν τα πετάσματα,
τη Νήσο που λησμόνησαν οι πόνοι.
Εκεί θε να γευτείς του Bach ιάματα,
μέσα σε φως που διόλου δεν νυχτώνει.

Ευτυχισμένος όποιος κατανάλωσε,
τα νιάτα σ΄ασωτίες και κρεβάτια.
Ένα δυάρι ζήτα και καπάρωσε,
στης Κόλασης τη γούβα με μια Κάτια.

Αυτοί που σου κουνάνε πάντα δάχτυλο,
Θεοί δεν είναι, ξόανα μονάχα.
Σαν έρθει ώρα γεια στον Πενταδάχτυλο
και στείλε στον αγύριστο τον  Κάλχα.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014


Μέρες Μνημονίου

 
Από νωρίς τα Μάρμαρα πυρώσανε,
με φλόγα οξυγόνου Τυμβωρύχοι.
Τον φύλακα στη σίκαλη πληρώσανε,
να σκάψουν δίχως βιάση με το νύχι.

Του Βασιλιά τ΄ασβέστιο σε λάρνακα,
κραυγάζοντας: «Θανή μητέρα πάντων,
από την Άγια Πέλλα ως τον Χάνδακα,
αφέντρα ορατών και αοράτων,

την Πόλη, τους Θεούς στη λήθη βούλιαξε.
Με το γουδί σε πούδρα γύρισε μας…»
Χρονιάρικο σκυλί προς Άρκτο χούγιαξε
και το καϊμάκι λάσπωσε της κρέμας.

Από νωρίς τα Μάρμαρα φως γάζωσαν,
μοιραίοι Συγγενείς. Μια νοσταλγία,
τις Κόρες σπλαχνολόγχισε που μπάζωσαν,
για νά βρουν απλωσιά ταχυφαγεία.