Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014


Ο Σ.Χ μπροστά στη Φάτνη

Γιατί λοιπόν φτιαχτήκαν τα παράθυρα,
αν όχι για να πέφτεις με την κάρα;
Εγώ Αφέντη έλκω από τα Άβδηρα
καταγωγή... Αυλός ειμί, κιθάρα!

Ευθυτενής με χέρι αδυσώπητο,
τις ξέρες της Φυλής θα περπατήσω,
με τον καημό ασίκη και αφόρητο,
να μην μ΄αφήνει κάπου ν΄ακουμπήσω.

Σε μια στιγμή τα μέσα μου ηφαίστεια
θα εκραγούν, φωτίζοντας το τέλος.
Μάτια γλυφά σ΄αυτό το μπάρκο-μπέστια
χυμένα… Τ΄όνομα μου; Σκέτο Στέλιος.

Γιατί λοιπόν φτιαχτήκαν τα παράθυρα.
Εσύ γυμνό παιδί ας απαντήσεις.
Κάποιοι πως γιός γεννήθηκες του Πάνθηρα
είπαν, προσμένοντας σε να τους ντύσεις.

 

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014


Στο Πρακτορείο

Τους γκρίζους ουρανούς αδρά τους πλήρωσα,
θρακιάδες, ποταμούς κατεβασμένους.
Ήπαρ και πνεύμα πότισα και πύρωσα,
τσουγκρίζοντας προγόνους ξιπασμένους.

Κρυφτούλι με του ήλιου την κακότητα,
της μέρας της σαλής  τα μπιχλιμπίδια.
Γερτός σ΄ένα κουρείο με αβρότητα,
τους Πλάτωνες θαρρούσα για σαρίδια.

Γονείς και συγγενείς με ξεγελάσανε,
πως τάχα η πατρίδα νοσοκόμα.
Στον Όλυμπο Θεοί με ανεβάσανε,
απάνω σε φορείο σαν σε κώμα.

Κι ένα πρωί χωμένος σ΄αδιάβροχο,
με το σκουφί πολλά ξεχειλωμένο,
έψαξα στα κιτάπια για διάδοχο,
έστω κι από λοιμούς διαβρωμένο.

Μαστός αποβροχάρης τόνε θήλαζε.
(Νυχτερινά για πιάνο του Σοπένη).
Ο Βελζεβούλ μαδούσε και ξεκοίλιαζε,
απ΄την ακτή Τζελέπη ως το Δερβένι.

Τους γκρίζους ουρανούς αδρά τους πλήρωσα,
πότε τοις μετρητοίς, πότε με δόσεις.
Στο Πρακτορείο, «Ποιητής» σαν δήλωσα,
με στείλανε πακέτο στις Σταυρώσεις.

 

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014


Ομόνοια 82
 
Tους ομιχλώδεις βάλτους πως βαρέθηκα,
τα μπάρκα με την πιο φτενή βελόνη…
Νυμφόληπτος σ΄αυτή την λόχμη βρέθηκα,
ΟΜΟΝΟΙΑ- ΒΙΚΤΩΡΙΑ- ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ.

Φίλοι σεσημασμένοι σε στρατόπεδα.
(Τα Σάββατα καφές, εφημερίδα).
Σκόνες και γιατρικά κάτι καλόπαιδα,
στις τσέπες μεταφέρουνε μερίδα.

Δεν στέκομαι ποτέ σε λεπτομέρειες.
Τα λόγια περιττά όσο κι οι πράξεις.
Σαν σε τραβάνε γκρέμια, κατωφέρειες,
αδύνατον στα έσχατα ν΄αλλάξεις.

Τα λίθινα τοπία πως βαρέθηκα,
τον ίσκιο μου βραχύ το μεσημέρι…
Έτσι κι αλλιώς στα πέρατα εκτέθηκα
κι είμαι κορμί χαμένο από χέρι.

 

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ Ο ΗΡΩΣ
 
Της μοναξιάς ο ήρως σαν τρελάθηκε,
στο γκρέμι το δικό μου να μονάσει
τρούπωσε, στον σομιέ αποκοιμήθηκε,
δίχως μια προσευχή, έστω μια φράση.

Με το εμόν ξουράφι γένια έκοβε,
τα ρούχα, τα παπούτσια μου φορούσε,
από καρντάσια γκαρδιακά με ξέκοβε
και στους καθρέφτες πάντα απορούσε:

« Ποιος τάχα εγώ; Τι θέλω με τα σύνεργα
των Αθανάτων; Τι με την γραφίδα;
Σαφώς και μέσα εδώ κάπως υπήνεμα,
μα όξω εκεί οχιά και νεροφίδα».

Της μοναξιάς ο ήρως σαν τρελάθηκε,
τραυλίζοντας δυσοίωνα για χιόνι,
στα γείσα των Ανδρείων ορθοστάθηκε
κι ευθύς πήρε στου Γκύζη να μουχρώνει.

 

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014


Το Φαρμάκι

Χάρτινες ελπίδες,
των Θεών ακίδες,
από ξημερώματα σωστά,
μίλησαν το ψέμα,
είπαν γη το ρέμα,
μίζα μου γυρέψαν ποσοστά.

Πέρασα τη ζήση,
με φτηνό χασίσι,
χέρι απλωμένο στο Βοριά.
Ψεύτικη αγάπη,
για ψωμί κι αλάτι,
γκέμια στο κορμί, στο νου λουριά.

Βρέχει, μπουμπουνίζει
κι ο τρελός γυρίζει,
πάντα στη παλιά του γειτονιά.
Φίλος μου και ταίρι,
θήκη και μαχαίρι,
στους καθρέφτες βλέπω τον φονιά.

Τρύπιο μου σακάκι,
γίνε στο σοκάκι,
στρώμα, μαξιλάρι  και πανί.
Μια γουλιά φαρμάκι
ναύλος για Ιθάκη
κι από πάνω γκρίζοι ουρανοί.

 

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014


Μια Χαραυγή

Μια χαραυγή στης Λήθης τα κατάγματα,
πλευρό και μηριαίο δίχως ζέση.
Παλιάτσοι στο κατόπι λόχοι, τάγματα
κι εγώ σαράντα Μάηδων το λέσι,

με λίθινη προπέτεια σαν άγαλμα
Commentatore μπρος  σε μπυραρία,
γυμνός αντιπαλεύω το διάταγμα,
που έδωκε αβάντσο στη Μαρία.

Μια χαραυγή βρεγμένος ως το κόκαλο,
στους γκρίζους θυρωρούς θέτοντας όρο:
«Δεν είμαι ΄γω σκουπίδι σας και φρόκαλο
κι ας είμαι πλάσμα φύσει χρονοβόρο.

Στους χάρτινους καιρούς μικρός εντάχτηκα,
πίνοντας το βελένι μέχρι πάτο.
Αλάργα μου λοιπόν γιατί τρελάθηκα
και σπάζω ευθύς συμβόλαιο και τράτο».

Μια χαραυγή, μπορεί κι απομεσήμερο,
της ήττας το fox trot  πριν τραγουδήσω,
προσφέρω ανθοδόχη μα και ύπερο,
τα μάγια του Salό μήπως και λύσω.

 

Δευτέρα 8 Δεκεμβρίου 2014


Βρύγη

-Πάρε χαρτί, μολύβι, γομολάστιχα
και φτιάξε λίγους στίχους για την Βρύγη.
-Την ομορφιά που κράζει, την σιχάθηκα.
Σαν άνθρωπο κατάβαθα με θίγει.

-Μην κογιονάρεις. Άσε τα καμώματα.
Βαριές φιλοσοφίες κατά μέρος.
-Μια μέρα θα με φαν τα μαύρα χώματα.
Τι μ΄ωφελεί λοιπόν τρεις μήνες θέρος;

-Σαν θα διαλέξεις βλέμμα τον Παράδεισο,
τον βλέπεις και σε γυάλινη προθήκη.
-Δεν συναινώ… Τηρώ μονάχα άβυσσο,
κατηγορούμενος σε Καφκοδίκη.

-Κάλλιο μωρό η μάνα σου να σ΄έπνιγε
στη κούνια μέσα. Τι και σ΄ ελυπήθει;
-Η θλίψη φίλε, έτσι δεν θα μ΄έσφιγγε
και θα ΄ταν όλα ωραία μες στη λήθη.