Τετάρτη 24 Δεκεμβρίου 2014


Παραμονή Χριστουγέννων 2014
Αποτέλεσμα εικόνας για christmas paintings
Τα χάρτινα της Φάτνης θα ποτίσουμε,
κατάπικρο λικέρ μελαγχολίας.
Κατόπιν, ταπεινά  θα προσκυνήσουμε,
μερίδιο γυρεύοντας της λείας.

Πορνοβοσκός με Pilot σαρδόνιος,
την ώρα την αφρόεσσα του Πάθους,
ως λύκος ζοφερός και καταχθόνιος,
-στατιστικά στα όρια του λάθους-,

γυμνούς θα μας εγγράψει στα κατάστιχα
μιας κώμης βυθισμένης στη ραστώνη.
Αλλοίμονο… Σαν σέρνεις τρύπια λάστιχα
και πούπουλο ακόμα σε σκοτώνει.

Τα χάρτινα της Φάτνης θα ποτίσουμε,
χυμούς ασπριδερούς της Εσπερίας.
Έτσι γλυκά κι ωραία θε να δύσουμε,
εν μέσω επικής καλοκαιρίας.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014


Πρωτοχρονιά 2015
 
Πρωτοχρονιά θα βάλω τ΄αδιάβροχο,
των πιο ανυπεράσπιστων ανθρώπων
και θα γυρέψω χορηγό και πάροχο,
στις μυστικές ραφές των λογοκλόπων.

Οι Λαιστρυγόνες πάνω μου κι οι Κύκλωπες,
σαν πάπλωμα ζεστό θα με βαστάνε,
σ΄εκτάσεις απ΄τον νου ανεπικύρωτες.
(Στο χάραμα ελάτια κατουράνε).

Μισεύοντας για τεύχη του αγιάτρευτου,
για νήσους που μαστίζει νηνεμία,
εγώ ο γιός ο πρώτος του Ασάλευτου
μ΄αριθμητήρι: «Σήμερα και μία».

Πρωτοχρονιά ποδάρι μου Πινδάρειο
και πάλαι μιξοπάρθενη Πυθία,
η πτήση των εννέα για Ικάριο,
θ΄αποδειχτεί ορφάνια και χηρεία.

 

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2014


Πως το φτερό;

Πως το φτερό στις λάσπες; Ασυναίσθητα
τα χέρια στροβιλίζω. Δεν μ΄ακούνε…
Τα νιάτα μου στη θήκη τους ευαίσθητα,
ξεμάθανε νωρίς και δυστροπούνε.

Μια καρτ ποστάλ φθαρμένη τ΄Αναφιώτικα.
(Δω που τα λέμε, τι να περιμένεις;)
Αχ, θα ΄πρεπε την ζήση μου αλλιώτικα
να φαντασθώ. Μεσάνυχτα ο Μένης,

το ζην θα εκμετρήσει κάπως άδοξα.
Δεν γνώριζα το τίμημα της ήττας.
Τώρα που το γνωρίζω αποκάρωσα.
Ο Δάσκαλος στα πόδια της Λολίτας.

Πως το φτερό στις λάσπες; Πρεσβυτέριο,
χειμώνες γοτθικοί πέρα στη Γάνδη.
Με ρέγουλα ανοίγω το αέριο.
«Oh nuit enchanteresse» κάποιος άδει.

 

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014


Το Παραμύθι μου

Λύκο κακό θα βρει το παραμύθι μου
και δράκο να τρομάζει τις παιδίσκες.
Στα δόντια τα εργώδη του Πολύφημου,
το ήπαρ του Δυσσέα κι οδαλίσκες.

Φοβού της τυφλομέρας τον κατήφορο,
απόξεσε της νύχτας την καμπούρα,
το πνεύμα κράτα ντούρο κι ευεπίφορο,
για των Λαβδακιδών την ουβερτούρα.

Δέκα, Παρασκευή κι Αποκαθήλωση,
με τα καρφιά στο στόμα σαν μαστόρι.
Πολύ απλά ο θάνατος αγκύλωση,
Ρεμπώ και μεθυσμένο ένα παπόρι.

Λύκο κακό θα βρει το παραμύθι μου.
Σαν θέλεις παίξε συ αυτόν τον ρόλο.
Εγώ, πάντα ερέτης του Βαρύθυμου,
με παστρικές ακκίζομαι στον Μώλο.

 

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014


Ο Σ.Χ μπροστά στη Φάτνη

Γιατί λοιπόν φτιαχτήκαν τα παράθυρα,
αν όχι για να πέφτεις με την κάρα;
Εγώ Αφέντη έλκω από τα Άβδηρα
καταγωγή... Αυλός ειμί, κιθάρα!

Ευθυτενής με χέρι αδυσώπητο,
τις ξέρες της Φυλής θα περπατήσω,
με τον καημό ασίκη και αφόρητο,
να μην μ΄αφήνει κάπου ν΄ακουμπήσω.

Σε μια στιγμή τα μέσα μου ηφαίστεια
θα εκραγούν, φωτίζοντας το τέλος.
Μάτια γλυφά σ΄αυτό το μπάρκο-μπέστια
χυμένα… Τ΄όνομα μου; Σκέτο Στέλιος.

Γιατί λοιπόν φτιαχτήκαν τα παράθυρα.
Εσύ γυμνό παιδί ας απαντήσεις.
Κάποιοι πως γιός γεννήθηκες του Πάνθηρα
είπαν, προσμένοντας σε να τους ντύσεις.

 

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014


Στο Πρακτορείο

Τους γκρίζους ουρανούς αδρά τους πλήρωσα,
θρακιάδες, ποταμούς κατεβασμένους.
Ήπαρ και πνεύμα πότισα και πύρωσα,
τσουγκρίζοντας προγόνους ξιπασμένους.

Κρυφτούλι με του ήλιου την κακότητα,
της μέρας της σαλής  τα μπιχλιμπίδια.
Γερτός σ΄ένα κουρείο με αβρότητα,
τους Πλάτωνες θαρρούσα για σαρίδια.

Γονείς και συγγενείς με ξεγελάσανε,
πως τάχα η πατρίδα νοσοκόμα.
Στον Όλυμπο Θεοί με ανεβάσανε,
απάνω σε φορείο σαν σε κώμα.

Κι ένα πρωί χωμένος σ΄αδιάβροχο,
με το σκουφί πολλά ξεχειλωμένο,
έψαξα στα κιτάπια για διάδοχο,
έστω κι από λοιμούς διαβρωμένο.

Μαστός αποβροχάρης τόνε θήλαζε.
(Νυχτερινά για πιάνο του Σοπένη).
Ο Βελζεβούλ μαδούσε και ξεκοίλιαζε,
απ΄την ακτή Τζελέπη ως το Δερβένι.

Τους γκρίζους ουρανούς αδρά τους πλήρωσα,
πότε τοις μετρητοίς, πότε με δόσεις.
Στο Πρακτορείο, «Ποιητής» σαν δήλωσα,
με στείλανε πακέτο στις Σταυρώσεις.

 

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014


Ομόνοια 82
 
Tους ομιχλώδεις βάλτους πως βαρέθηκα,
τα μπάρκα με την πιο φτενή βελόνη…
Νυμφόληπτος σ΄αυτή την λόχμη βρέθηκα,
ΟΜΟΝΟΙΑ- ΒΙΚΤΩΡΙΑ- ΠΕΡΣΕΦΟΝΗ.

Φίλοι σεσημασμένοι σε στρατόπεδα.
(Τα Σάββατα καφές, εφημερίδα).
Σκόνες και γιατρικά κάτι καλόπαιδα,
στις τσέπες μεταφέρουνε μερίδα.

Δεν στέκομαι ποτέ σε λεπτομέρειες.
Τα λόγια περιττά όσο κι οι πράξεις.
Σαν σε τραβάνε γκρέμια, κατωφέρειες,
αδύνατον στα έσχατα ν΄αλλάξεις.

Τα λίθινα τοπία πως βαρέθηκα,
τον ίσκιο μου βραχύ το μεσημέρι…
Έτσι κι αλλιώς στα πέρατα εκτέθηκα
κι είμαι κορμί χαμένο από χέρι.