Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015


Ο Ταυρομάχος ψυχορραγεί

-Ο Ταυρομάχος πάντα θα σιτίζεται,
σκόνη, σπαθί και έρημη αρένα.
Η βρώμικη παρτίδα πως κερδίζεται;
-Μόνο με προσευχές στη Θεία Βλέννα.

-Τα πόδια σταθερά, το μάτι φώσφορο,
κρεβάτι στα λημέρια των Κυκλώπων.
Ψυχές χλωρές περνούν μόνο το Βόσπορο…
-Αστεία λες; Το ψέμα των ανθρώπων!

-Ο Ταυρομάχος παίζει με τον θάνατο,
κραδαίνοντας παλιά εφημερίδα.
Ας είναι οδυνηρό. Άιντε κοπάνα το…
-Πρώτος στων πεπτωκότων τη μερίδα!

-Να φεύγω δεν αρκεί. Θέλει κατάνυξη
και θάρρος στα δεινά του χειρουργείου.
Οσμίζομαι πλησίστια την Άνοιξη…
-Η μυρωδιά φτωχέ του Υπογείου!

 

 

Επάγγελμα: Προφήτης
 
Των Ασεβών τα κρόταλα σιγήσανε,
μια νύχτα θαλερή του Ιουνίου.
Τα φάσματα του Ντίκενς δεν με πείσανε
κι εκείνο το φολκλόρ πτωχοκομείου,

σαν γέρικο αμάξι, σαν παράπηγμα,
προτίμησε να σβήσει ντροπιασμένο,
στο πρώτο της αυγής κροκάτο άγγιγμα.
Εγώ των χαρταετών ο Παπαγκένο,

δοκίμασα τη στράτα την παράλια,
το όνειρο του Αλέξανδρου στο κύμα.
Με βιά καθώς αρμόζει πλην νηφάλια,
τον στίχο ανακάλυψα, τη ρίμα

και το πετάλι αχ της ποδηλάτισσας,
που μάζεψε πριν χρόνια ο Ελύτης.
Ο άντρας από τότε της σακάτισσας,
βρήκα δουλειά στο Ντίσελντορφ Προφήτης.

 

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015


Το Βόλι
 
Για μια στιγμή το βόλι παραστράτησε,
προς τα υγρά σεντόνια των αστέρων.
Ύστερα φόρα πήρε, γκάζι πάτησε,
χειρόγραφα μερίζοντας Πατέρων.

Σαρακοστή το στίγμα μου σιγούρεψα,
ανάμεσα σε παίδες εν καμίνω,
μαντήλι πήρα, σήκωσα και σού ΄γνεψα:
«Απ΄του Ανδρός μένε μακριά τον θρήνο

Ελένη… Γλεντοκόποι θα φρενάρουνε,
ασθμαίνοντες Θεοί θα βγουν στη γύρα
με χέρι απλωμένο κι ότι πάρουνε,
απ΄του μεσημεριού τη στείρα κλήρα».

Για μια στιγμή το βόλι παραστράτησε
και σφύριξε σα φίδι στη καρδιά μου.
Σαράντα ο μύθος χρόνους, τόσους κράτησε,
πριν τον ρουφήξουν ρήγματα του Γάμου.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015


Απ΄την μεριά της Συννεφιάς
 
Της συννεφιάς το γκρίζο αδιάβροχο,
ριχτά φορώ και χάνομαι στα δάση.
Τη σήμερον να ψάχνεις για διάδοχο,
κόπος χαμένος που θα σε γεράσει.

Κάλλιο λιμάρια σκύμνοι να σε βάλουνε
σημάδι και μερίδες να σε ψύξουν,
παρά χοντρομπαλάδες να σε ψάλλουνε,
στα χώματα σαν σπόρο πριν σε κρύψουν.

Της συννεφιάς το χάρτινο διάδημα,
το πήραν λογχοφόροι σ΄Άγιους Τόπους.
Βάρα Χριστέ κουδούνι, δώσε διάλλειμα,
να βρω των ασεβών τους χίλιους τρόπους,

αυτούς που ζητιανεύει κάθε όμηρος,
αυτούς που ξεστηθίζει κάθε πότης.
Απ΄το ταφί μου όξω νέκυς ζώπυρος,
πετάγομαι σκωλήκων ο προδότης.

 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015


Η Κλήτευση

Λογαριασμούς θα κλείσω με τ΄Απόλυτο
και με τις Συμπληγάδες του Αοράτου.
Αστέρι πρωινό ακριβοθώρητο,
δεξαμενή και σίγκλα εσύ του τράτου,

την μια στιγμή στις φτέρνες μου Ερμόφτερα,
την άλλη τρίτο πόδι να στηρίζω,
των γεραμάτων τα βαριά ελικόπτερα.
«Ω Πάτερ», ασυναίσθητα βαβίζω.

Μ΄ένα κρασί ραντίζω τις σαρδόνιες
αποσκευές, της σάρκας τις κυβείες.
Προσπάθειες στο βρόντο εναγώνιες
και ψύχρα στις παλιές φωτογραφίες

του Διγενή που θέλησε την ύφεση,
ξεχνώντας ένα κάρο υποσχέσεις.
Ως καταιγίς επέρχεται η κλήτευση.
«Χαρείτε σωθικά μου ταλαντεύσεις».

 

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015


Καθώς παραμιλώ

 
«Τα χρόνια μου κρεμάσανε κουδούνια
και μ΄έστειλαν στις ρούγες τρωγλοδύτη.
Που πήγε η παλιά μου εκείνη μύτη,
τώρα που τα συντρόφια μου γουρούνια;

Που λάκισε το κάλλος του προσώπου,
αφήνοντας τιμόνι στις ρυτίδες;
Πως γένηκαν παλιόγριες οι Ατθίδες,
χαρά που μια φορά ήσαν του τόπου;

Ο δρόμος σκολιός, σκυλιά λυμένα
δαγκώνουν με.(Το ούστ δεν τα τρομάζει).
Νερόζουμο το αίμα πώς να βράσει,
στα φλεβοτούνελ μέσα τα ηττημένα;

Καιρός μου να του δίνω. Απομένει
ο ψόφος των χωμάτωνε στα ξύλα.
Η μοίρα των Ανθρώπων σαν τα φύλλα.
Στο τέλος Βελζεβούλ όλα τα παίρνει».

 

Δευτέρα 26 Ιανουαρίου 2015


Ισχνό Αστέρι

Ισχνό αστέρι έχε γεια μισεύω γι άλλο τόπο,
κρατώντας το παράρτημα μιας θέλησης λειψής.
Φεύγω μακριά γυρεύοντας τον γερό-Ξυλοκόπο,
που στέκεται στο βάθρο του στυγνός κι αιμοδιψής.

Ο κόσμος δεν με γέλασε με τα καμώματα του.
Η γλύκα του περαστική, τα πάθια του σωρός.
Ολάκερη λοιπόν ζωή φρουρός στη Μομφεράτου,
για να χυθεί στις φλέβες μου δυό κυβικά ορός.

Ισχνό αστέρι χαιρετώ και με λευκό καπέλο,
σιγά σιγά ο τάλας ΄γω τραβώ ανηφοριά.
Από τα παιδικάτα μου τις σοκολάτες «ΜΕΛΟ»
κι εκείνη τη μαθητική Φλώρινα-Καστοριά.

Καμιά μετάνοια. Μια χαρά μου πάγει το ταξίδι.
Από σκοτάδι κίνησα, σκοτάδι περπατώ.
Κάπου για με θε να βρεθεί σπασμένο ένα στασίδι,
και μια μποτίλια κόκκινο πέντε χρονώ Chateau.