Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015


Χιονίζει Πεθαίνω
 Αποτέλεσμα εικόνας για snow into the house paintings
Απ΄το πρωί χιονίζει στο σαλόνι μου,
στους «Πλάτωνες», στην Τέταρτη του Μάλερ.
Ένα σπυρί στη μύτη του Δυσώνυμου
υπάρχω, απευθύνοντας το «Πάτερ»,

στην άλλη του μορφή την ευπροσήγορη,
αυτή που κογιονάρει τον κοσμάκη.
(Στο Taf λυγροί στοιχίζονται συνήγοροι,
με γλώσσα βουτηγμένη στο φαρμάκι).

Κι εγώ αντάμα φέροντας το νόσημα
της αρετής που στάθηκε στις ρούγες
πουτάνα, νοσταλγώ Ιεροσόλυμα
παρά τις τσακισμένες μου φτερούγες

και τη ραστώνη του μυαλού. Νεκρώσιμου
Βαρδάρη το σαρίδι ξεμακραίνω.
Απ΄το πρωί χιονίζει στο σαλόνι μου,
φωνήεντα και σύμφωνα Π
                     εθ
                       α
                      ί ν
                       ω…

 

Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2015


Νοικάρης στην Πρέβεζα
 Αποτέλεσμα εικόνας για καρυωτάκης
Από νωρίς τα μάτια μου ξεμάθανε
τον ποταμό, το λίθινο νυχτέρι.
Κραυγή εντός και πόλεμος και κάτθανε,
απ΄το ζερβί Κωστάκη πάντα χέρι.

Απλώνουν μεσημέρια την πραμάτεια τους,
πλην φούμαρα ταγίζουν τον κοσμάκη.
Τους δρόμους ξετυλίγω τους αδιάβατους
σαν πρώτα, ζητιανεύοντας ψωμάκι.

Κι ένας σκοπός φλογέρας αυτοκίνητος,
στο τζάμι κοτσυφόπουλο να πέφτει,
Θυμίζει πως υπάρχω ευσυγκίνητος,
για να γεμίζει κάποιος τον καθρέφτη.

Από νωρίς τα μάτια μου τολμήσανε,
ξυράφι μες στις κέλες τους να κλείσουν.
(Εδώ οι λυχνοστάτες όλοι σβήσανε).
Σε λίγο τα ρεβόλβερ θα μιλήσουν.  

 

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2015


Η Μικρή Ελένη
Αποτέλεσμα εικόνας για belle helene paintings
Φραγή θα βάλω σ΄όλα τα μηνύματα.
(Μογγίλαλος ο Άδης ας προσμένει).
Γιομίζω, σημαδεύω, βόλια μνήματα
τινάζω προς το στήθος σου Ελένη.

Εσύ ο θηρευτής και ποζιτρόνιο
των στεναγμών, Μελιγαλά πηγάδα.
Κρασί τη μια, την άλλη κούπα κώνειο,
σκεπτομορφή κι Αλέξανδρου φυλλάδα.

Παλιά σ΄ένα σχολειό στ΄ Άνω Πετράλωνα,
μητέρα κι αδελφή κι Εσθήρ για μένα.
Όσο τα χρόνια κλώτσο και μεγάλωνα,
σα Παναγιά παράστεκες Παρθένα.

Πως έζησα μακριά σου; Πως σ΄αρνήθηκα,
για λίγη θαλπωρή χλωροφορμίου;
Μάλλον τα παρελκόμενα φοβήθηκα
δεσμά και πειρασμούς του Αντωνίου.

Φραγή θα βάλω κόκκινο πουκάμισο,
να περπατήσω νύχτα στα καντούνια.
Τώρα που ΄χω δαγκάσει Λένγκω άλυσο,
σαν πρώτα σου βαράω τα κουδούνια.

 

Σάββατο 7 Φεβρουαρίου 2015


Ο Ταυρομάχος ψυχορραγεί

-Ο Ταυρομάχος πάντα θα σιτίζεται,
σκόνη, σπαθί και έρημη αρένα.
Η βρώμικη παρτίδα πως κερδίζεται;
-Μόνο με προσευχές στη Θεία Βλέννα.

-Τα πόδια σταθερά, το μάτι φώσφορο,
κρεβάτι στα λημέρια των Κυκλώπων.
Ψυχές χλωρές περνούν μόνο το Βόσπορο…
-Αστεία λες; Το ψέμα των ανθρώπων!

-Ο Ταυρομάχος παίζει με τον θάνατο,
κραδαίνοντας παλιά εφημερίδα.
Ας είναι οδυνηρό. Άιντε κοπάνα το…
-Πρώτος στων πεπτωκότων τη μερίδα!

-Να φεύγω δεν αρκεί. Θέλει κατάνυξη
και θάρρος στα δεινά του χειρουργείου.
Οσμίζομαι πλησίστια την Άνοιξη…
-Η μυρωδιά φτωχέ του Υπογείου!

 

 

Επάγγελμα: Προφήτης
 
Των Ασεβών τα κρόταλα σιγήσανε,
μια νύχτα θαλερή του Ιουνίου.
Τα φάσματα του Ντίκενς δεν με πείσανε
κι εκείνο το φολκλόρ πτωχοκομείου,

σαν γέρικο αμάξι, σαν παράπηγμα,
προτίμησε να σβήσει ντροπιασμένο,
στο πρώτο της αυγής κροκάτο άγγιγμα.
Εγώ των χαρταετών ο Παπαγκένο,

δοκίμασα τη στράτα την παράλια,
το όνειρο του Αλέξανδρου στο κύμα.
Με βιά καθώς αρμόζει πλην νηφάλια,
τον στίχο ανακάλυψα, τη ρίμα

και το πετάλι αχ της ποδηλάτισσας,
που μάζεψε πριν χρόνια ο Ελύτης.
Ο άντρας από τότε της σακάτισσας,
βρήκα δουλειά στο Ντίσελντορφ Προφήτης.

 

Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2015


Το Βόλι
 
Για μια στιγμή το βόλι παραστράτησε,
προς τα υγρά σεντόνια των αστέρων.
Ύστερα φόρα πήρε, γκάζι πάτησε,
χειρόγραφα μερίζοντας Πατέρων.

Σαρακοστή το στίγμα μου σιγούρεψα,
ανάμεσα σε παίδες εν καμίνω,
μαντήλι πήρα, σήκωσα και σού ΄γνεψα:
«Απ΄του Ανδρός μένε μακριά τον θρήνο

Ελένη… Γλεντοκόποι θα φρενάρουνε,
ασθμαίνοντες Θεοί θα βγουν στη γύρα
με χέρι απλωμένο κι ότι πάρουνε,
απ΄του μεσημεριού τη στείρα κλήρα».

Για μια στιγμή το βόλι παραστράτησε
και σφύριξε σα φίδι στη καρδιά μου.
Σαράντα ο μύθος χρόνους, τόσους κράτησε,
πριν τον ρουφήξουν ρήγματα του Γάμου.

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015


Απ΄την μεριά της Συννεφιάς
 
Της συννεφιάς το γκρίζο αδιάβροχο,
ριχτά φορώ και χάνομαι στα δάση.
Τη σήμερον να ψάχνεις για διάδοχο,
κόπος χαμένος που θα σε γεράσει.

Κάλλιο λιμάρια σκύμνοι να σε βάλουνε
σημάδι και μερίδες να σε ψύξουν,
παρά χοντρομπαλάδες να σε ψάλλουνε,
στα χώματα σαν σπόρο πριν σε κρύψουν.

Της συννεφιάς το χάρτινο διάδημα,
το πήραν λογχοφόροι σ΄Άγιους Τόπους.
Βάρα Χριστέ κουδούνι, δώσε διάλλειμα,
να βρω των ασεβών τους χίλιους τρόπους,

αυτούς που ζητιανεύει κάθε όμηρος,
αυτούς που ξεστηθίζει κάθε πότης.
Απ΄το ταφί μου όξω νέκυς ζώπυρος,
πετάγομαι σκωλήκων ο προδότης.