Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015


Ο Οιδίπους τον Μάρτη
Αποτέλεσμα εικόνας για oedipus rex paintings
Στις ξαστεριές του Μάρτη παραδόθηκα,
γυμνός καθώς ορίσανε οι Μοίρες.
Τα μέλη χαλαρά, διπλοτεντώθηκα,
διψώντας για κρασί και μαύρες μπύρες.

Μεθοδικά τα χρόνια με τυφλώνανε,
με το σουγιά της γνώσης λίγο- λίγο.
Την πτέρνα την Αχίλλειο ματώνανε,
πριν σκύψουνε στα μάρμαρα για τρύγο.

Μα ξαφνικά εκεί που όλα δείχνανε
χαμένα, προδομένα από χέρι,
ακούστηκε φωνή: «Της Θήβας Τύραννε,
σα δε βαστάς παράτα το νυχτέρι».

Στις ξαστεριές του Μάρτη παραδόθηκα
και τη θερμή αγκάλη του Μορφέα.
Απ΄τα συμπλέγματα μου καθηλώθηκα,
πιστός άχρι θανής στον Συγγραφέα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Εξόδιος Ακολουθία
Αποτέλεσμα εικόνας για death ceremony paintings
Χαρούμενα πηγαίνω προς τον θάνατο,
σαν λαγιαρνί στον πάγκο του χασάπη.
Ο Κάπελας: «Ειν΄ το στερνό κοπάνα το.
Μεσάνυχτα θε να ΄ρθουνε οι Κάποι».

Χαρούμενα πηγαίνω. Δεν φαντάστηκα
οι μέρες μου πως ήταν μετρημένες,
σε γύψο πακτωμένες και σε νάρθηκα.
Κι αν φίλησα ποδιές κατουρημένες,

χαρούμενα πηγαίνω. Ποιος μου έφταιξε;
Ο κόσμος δεν αλλάζει με προθέσεις.
Της μύγας τ Άρχοντόπουλο μ΄επέλεξε,
μετά από μυριάδες συνεντεύξεις.

Χαρούμενα πηγαίνω προς τον θάνατο,
νομίσματα κρατώντας  στο ζερβί μου
κι ένα λευκό σαν χιόνι νεκροκάνατο.
Μέντορας τ΄όνομα μου, γιός του Αλκίμου.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2015


Με πλάβα
Αποτέλεσμα εικόνας για πλάβα
Ξανοίχτηκα με πλάβα στα βρωμόνερα,
ελπίζοντας θρακιάς να πρυτανεύσει.
Ξοπίσω σκοτωμένα τόσα όνειρα,
μπροστά μου ευτυχία δίχως γεύση

κι ένα μαντρί ελπίδες που βελάζανε,
λιγάκι πριν το Πάσχα τρομαγμένες.
Οι φίλοι σε ταβέρνες σκυθρωπάζανε,
χορτάτοι συμφορές μεταλλαγμένες.

Ξανοίχτηκα με πλάβα κι ήταν Άνοιξη.
(Τα κρόταλα ηχούσαν των αγρίων).
Του Σταυρωτή χορήγησα σαν αύξηση,
τη σάπια μυρωδιά των υπογείων

και γύρεψα να γίνουν περισσότερα
τα πέντε του καρφιά, τι δεν μου φτάναν.
Ο Θάνατος τραχύς: «Εις τα ενδότερα,
πολλά θλιμμένε γλάρε Ιωνάθαν».

Κυριακή 1 Μαρτίου 2015


Πρώτη μπάλα
Αποτέλεσμα εικόνας για bullet paintings
Πρώτη μπάλα του Μπραγίμη στο κεφάλι μου.
Το Μανιάκι δω στα υψώματα του Άλιμου.

Φίλοι με απαρατήσαν, σκορπιστήκανε.
Αυτοκίνητα παπόρια καβαλήκανε.

Με το φίδι με αφήκαν και τα τέρατα.
Το ταυρί πώς να γραπώσω απ΄τα κέρατα;

Γράμμα στέλνω μ΄απαντάνε: «Κουρουφέξαλα».
Τώρα πια καταλαβαίνω πόσο έσφαλλα.

 Η Πρέβεζα μέσα μου
 Αποτέλεσμα εικόνας για Πρέβεζα
Τα μαύρα νέφη για νερό, τα κόκκινα για αγέρα
και τα πενήντα χρόνια μου για τάφο επαιτούν.
Εναλλαγές των ημερών χαριστική μια σφαίρα,
στο μήλιγγα μου ρίξανε κι απέ με χαιρετούν.

Στο μεσοστράτι της ζωής,(που σαι καημένε Δάντη),
ρουμάνια δεν συνάντησα πυκνά και σκοτεινά.
Κατεστραμμένα φράγματα απάνω απ΄το Σαράντι
μου κόψαν μόνο τη φυγή. Την έβγαλα φθηνά.

Μα όσα κι αν σπάσουν φράγματα, όσα κι αν πέσουν μπάζα
τα πράγματα πορεύονται στη λήθη κυνικά.
Πάντα οι νεκροί θ΄αποζητούν λούλουδα μες τα βάζα,
πάντα ο φονιάς τη κάμα του θα μπήγει σου γλυκά.

Κλείνω το μάτι στους καιρούς κι ανοίγω τα κιτάπια
κι όσα έχω γράψει ποιήματα τα ρίχνω στη φωτιά.
Δεν έχω χρεία άλλο πια από κρασί και χάπια
και προχωρώ πλησίστιος προς την αποκοτιά.

     Tomba di Modigliani
Αποτέλεσμα εικόνας για Modigliani paintings
Στου χάρου τα πλατώ ο Amedeo,
μ΄ένα χρωστήρα στο δεξί του χέρι,
κρασί πιωμένος ζωγραφίζει ωραίο
παιδί που τα μαλλιά του παίρνει αγέρι.

Κι έχει μια θλίψη στη ματιά ακραία,
καρδιά σαν αχινό μαύρο, κατράμι.
Τη μάνα καταριέται την Εβραία,
χαράζοντας τις φλέβες του με τζάμι.

Θυμάται κυπαρίσσια του Λιβόρνο,
και δειλινά στους δρόμους της Μονμάρτης,
maudit τον κράζαν, μέθυσο και πόρνο
μα υπήρξε μοναχά σκληρός σα Μάρτης.

Δε λέει τ΄αψέντι απόψε να τον πιάσει
κι όλο γυρίζει το μυαλό σε Εκείνη,
δεν πρόκειται κανείς τους να γεράσει,
γι αυτό και τον καμβά με λύσσα ξύνει.

Μα όσο κι αν ξύνει οι νεκροί προσμένουν
χαμογελώντας καθιστοί στη βάρκα,
αντάμα να τον πάρουν επιμένουν
για ένα ταξίδι απ΄τη Ψυχή ως τη Σάρκα.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το Κοράκι
 Αποτέλεσμα εικόνας για crow painting
Σ΄ένα κοράκι μίλησα λιπόψυχα:
«Του Εωσφόρου πε να περιμένει.
Σε κάθε τι παταγωδώς απότυχα.
Να ζει κανείς μαθές για να πεθαίνει;

Που λάκισε η αγάπη; Που οι φίλοι μου;
Η ομορφιά; Τα κύμβαλα της νιότης;
Αλλοίμονο του Πνεύματος του πύρινου,
Τσολάκογλου εγώ, φονιάς, προδότης».

«Κάλλιο σπανός να ήταν ο πατέρας σου,
χαντούμης, γυρισμένος στ΄άλλο φύλο.
Γόνος εσύ σογιού αξιοσέβαστου
δεν θα ΄σουν. Αχ! Η μάνα σου το μήλο

για τα καλά μασούλισε. Για σύνελθε…
Αδύνατον μνημόνια ν΄αλλάξουν.
Στη Κόλαση ως άνδρας βέρος είσελθε
και ας τις τσιριμόνιες. Παρ΄το Datsun

και στα γκρεμνά τσακίσου, γαίας σίχαμα.
Βάλε φραγή στο στόμα και ξεκίνα».
Έτσι του Άδη μίλησε το φύραμα
και πέταξε κουβάρι προς τη Σίνα.