Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015


Ηρακλής ο Καφετζής
Αποτέλεσμα εικόνας για καφετζής
«Συννεφιασμένη Κυριακή»,
βαράνε τα πικάπια,
το στόμα καίει μου ρακί,
τα μέσα τρώγει κάμπια.

Κι ο καφετζής στη πυροστιά,
ένα μ΄ολίγη βράζει:
«Έργο σου Θε κακογουστιά
και πανταχόθεν μπάζει».

«Συννεφιασμένη Κυριακή»,
βάλε ξανά να παίζει,
καρντάση μάστρο- Ηρακλή,
και στρώσου στο τραπέζι,

πέντε λογάκια μες στ΄αυτί,
να σου ΄ξηγήσω πρώτα:
«Μια μέρα θά ΄ρθει να θαφτεί,
αυγό μαζί και κότα».

 

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2015


Το Τραγούδι της Ισμήνης
Αποτέλεσμα εικόνας για woman paintings munch
Γαλατοδάση προσευχών. (Στον ουρανό,
βεγγέρες αργυρώνητων αγίων).
Τις Κυριακές πάντα το σφάγι αχαμνό,
εις μνήμην να σπαράσσει  μεταλλείων.

Με του Ερμή τη σκυθρωπή τη συντροφιά,
τα ρείθρα καθορώ της καταισχύνης.
Λερά σεντόνια στο «Ελπίς», ισχνά γοφιά,
σκυλιών αποφορά  κι ασετιλίνης.

Όλα θαρρώ σ΄ένα ταξίδι με καλούν
φρικώδες, στους βραχόκηπους της Σμύρνης.
Σειρήνες λήξης ξημερώματα  βαρούν,
σεκόντο στα βραχιόλια της Ισμήνης.

Κι εγώ αναγκεμένος να σιωπώ,
να σβω με συστολή την πάσα ελπίδα,
αναμεσίς κάπου  Χαλκούτσι κι  Ωρωπό,
γυμνώνομαι μπροστά στην καταιγίδα.

 

 

 

Παρασκευή 16 Οκτωβρίου 2015


Το Μυστικό

Αποτέλεσμα εικόνας για secret painting
Ευτύχησα να δω τις Συρακούσες,
την Άβυδο με χιόνι, τους Λοκρούς.
Τώρα σκυφτός σε Πάπυρο-Λαρούς,
το λήμμα ψαχουλεύοντας Οινούσσες,

κάτω πανί, το κύμα μη με πνίξει.
(Αφρός λυσιμελής για νυφικό).
Σαν παίζεις για αιώνες στα τσικό,
ο θάνατος το θες δεν θες θα βήξει

και ποιος να σε γλυτώσει από ιώσεις,
ζαντούχια και λοιμούς και πυρετό;
Εκεί ψηλά- ψηλά στον Υμηττό,
υπάρχει μυστικό. Δεχτές και δόσεις.

Ευτύχησα να δω τον Αι- Στράτη,
Μακρόνησο και Λέρο και Ψαρά.
«Λιανίστε στην μπανιέρα τον Μαρά,
του Κύκλωπα σφαλίσατε το μάτι».

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τετάρτη 14 Οκτωβρίου 2015


Το Παλτό και το Κασκόλ
 

 Αποτέλεσμα εικόνας για drinking man paintings
Φορώντας μαύρο ΄να παλτό,
πένθος απά σε πένθος,
θα κάμω πέρα ότι φθαρτό,
γένος Ελλήνων κι έθνος,

να σεργιανίσω λεύτερος
στης Μούσας τ΄αλωνάκι.
Μόνος μου τρέχω, δεύτερος,
μια νιος μια γεροντάκι.

Φορώντας μαύρο ΄να κασκόλ,
σα μάλλινη αγχόνη
άκρατο οίνο μες στο χολ,
εκείνο που δεν σώνει,

θα ξαπλωθώ σ΄ανάκλιντρο
να πίνω για βδομάδες.
Πιθάρι μου δεκάλιτρο,
διώξε τις αποφράδες.

 

Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2015


Το Ερώτημα της Μαργαρίτας
Αποτέλεσμα εικόνας για man mixed with woman paintings
Η Μαργαρίτα μέσα μου ψάχνει Θεό και ζύγι,
πότε στους πάγκους των πορνών, πότε στα bar του Γκύζη.
Έχει της γύμνιας την αλκή, της προστυχιάς τον οίστρο,
καθώς παλεύει κόκορα, σκανδάλη και το κλείστρο.

Γράφει στην άμμο γράμματα, στους ουρανούς ψηφία
κι όταν ο Σκύλος αλυχτά προστάζει «ησυχία».
Στων κολασμένων το χορό βαστάζει μπρος μια θέση,
για να λεβάρει πρώτη αυτή απ΄τις γκρεμούρες λέσι.

Η Μαργαρίτα δεν πονά, τους έρωτες βαριέται,
με μια βελόνα κάθε αυγή πέντε βολές τρυπιέται.
Αναρωτιέται ύπανδρη αν είναι για παρθένα,
χαζεύοντας απ΄το πορτί τη θλιβερή λατέρνα,

μπροστά της κύκλο να περνά με αναφτούς λαμπτήρες.
(Κάνω σινιάλο στο γκαρσόν και παραγγέλνω μπύρες).
Το πρόσωπο μες στο πιοτί θωρώ, δεν είμ΄ εκείνη
κι αν έτσι έχει απορώ το ΄ρώτημα ποιος λύνει…

 

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015


Επιστροφή από τη Σικελία
 Αποτέλεσμα εικόνας για return of soldier paintings
Ο Κόρυμβος ο ρήτορας που φάσκει κι αντιφάσκει,
τη γλύτωσε; «Η τέθνηκεν η γράμματα διδάσκει».

Κι αυτός που βάρδια δούλευε διπλή στο Μουταλάσκη,
θωρεί το φως; «Η τέθνηκεν η γράμματα διδάσκει».

Τον άλλο το λαθρέμπορα με έδρα το Σαντάνσκι,
τον μπάνισες; «Η τέθνηκεν η γράμματα διδάσκει».

Απ΄τον Ερμά που στόμας του δίχως δοντάκια χάσκει,
κανά χαμπέρ΄; «Η τέθνηκεν η γράμματα διδάσκει».

Για του Αρχύτα το παιδί τα της γυνής που πάσχει,
έχεις να πεις; «Η τέθνηκεν η γράμματα διδάσκει».

Κι ο ποιητίσκος ο λαπάς, ο κτήτορας του χάσκυ;
«Στις Συρακούσες ελλιπώς τα γράμματα διδάσκει».

 

Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2015


Την Ημέρα του Cioran
 Αποτέλεσμα εικόνας για man weeping paintings
Ο Φοίβος Υμηττούς θα καβαλάει,
μπουγάτσες λασπουριά πάντα οι φούρνοι,
μια πτήση θα υψούται προς Μελβούρνη,
σαν πουν αυτός ο που… για δε λαλάει;

Περίπτερα τον Τύπο στολισμένα,
πουτάνες  στη Φυλής αποσταμένες,
προσόψεις απ΄τον Χρόνο ξεβαμμένες
κι εγώ σ΄ένα κουτί πολιτισμένα,

να κάμνω τον κουφό, τον γκαβομάτη,
εντός μου να βαστάζω την ανάσα.
Τι όμορφος αλήθεια μες στη κάσα,
λες κι έτοιμος να φανερώσω κάτι.

Οι δρόμοι γκαστρωμένοι Φίατ Πούντο,
Βολκσβάγκεν, Μερσεντές, Νισσάν, Γιαμάχα.
Νεκρός για ζωντανός θε να ΄μαι τάχα;
Το σίγουρο; Θα μ΄έχουνε για φούντο,

γεράκια συγγενείς, μια Κατερίνα
με δίχως άσπρη τρίχα στα μαλλιά της.
«Ο άνδρας μου; Βρωμύλος,  ένας γάτης
μπερμπάντης, λέρα πρώτη στην Αθήνα».

Ο Φοίβος Υμηττούς θα καβαλάει,
καμπάνες θα βαρούνε τεθλιμμένα
κι εμέ σφαγμένο ταύρο σε αρένα,
θα με φυτέψουν γης για να με φάει.