Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016


Το Γύρισμα
Αποτέλεσμα εικόνας για the light of cinema  paintings
Στη δέσμη τα φτερά μιας πεταλούδας,
που κάψανε φουσάτα με πυρσούς.
Κλακέτα κι ο θλιμμένος Ιησούς,
κομπάρσος τρεις κι εξήντα ως Ιούδας,

στις θέρμες του Αυγούστου να ιδρώνει,
γυρνώντας και την άλλη του παρειά.
Ανάσα μου κομμένη και βαριά,
σαν ποιος τα πρώτα χρέη σου ξαπλώνει,

απάνω σε τραπέζι χειρουργείου;
Όπου το σώμα κείται και αετός.
Καράβι ξεμακραίνει ο Υμηττός
κι εγώ στους Πειρασμούς του Αντωνίου,

δεν έχω λόγο ντούρο ν΄αντιτείνω.
Μα πια γνωρίζω... Μύθους κατοικώ
με καταπτοημένο ηθικό,
παίκτης του Ντοστογιέφσκι σε καζίνο.

Τρίτη 16 Φεβρουαρίου 2016


Από τρύπα γι άλλη τρύπα
Αποτέλεσμα εικόνας για hole paintings
Στο λιγοστό καιρό που μου χαρίστηκε,
περπάτησα σα λιόντας λαβωμένος
και σα Χριστός στη λίμνη που βυθίστηκε,
το θάμα του πριν κάμει ο καημένος.

Τις Εντολές τις Δέκα δεν σεβάστηκα.
Δικό μου θέλησα να στήσω Νόμο.
Τι το θελα ο τάλας; Δεν φαντάστηκα,
πως κάθε Νόμος τρέφεται με τρόμο.

Στο λιγοστό καιρό που μου φορτώσανε,
την έξοδο κι αν γύρεψα κινδύνου
χαμένος κόπος. Άγγουρο με δώσανε,
στα χέρια του παπά και του ραβίνου.

Και πριν τη Δύση ξένος κι απροσάρμοστος,
το στόμα μου ορθάνοιξα και είπα:
«Αρρώστια η ζωή κι εγώ ένας άρρωστος,
που φεύγει από τρύπα γι΄άλλη τρύπα».

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016


Στον Λαβύρινθο
Αποτέλεσμα εικόνας για λαβυριντη paintings
Τα μέσα μου ποτίζω με φορμόλη,
παραγωγής μνησίκακων Θεών.
Εδώ, στην άγια γη των Αχαιών,
το φάρμακο θα βρω γι΄αυτή την Πόλη,

ανάμεσα στους πάγκους της αισχύνης.
(Χιλιάδες με καλούνε Πωλητές.
Τους ξέρω κι ας περνιούνται Δωρητές).
Ψυχή, να τους μασάς και να τους φτύνεις!

Τα μέσα μου ποτίζω κηροζίνη
κι αρώματα πολλά και αλκοόλ.
Λαβύρινθος της Ποίησης το Mall
κι εγώ ένα παιδί που φάκες στήνει,

του Μίλτωνα τον Πρίγκιπα να πιάσει.
Κερί στ΄αυτιά να πάψουν οι Φωνές:
«Κοπιάστε… Τζάμπα πράμα ηδονές».
Αγέννητος ο που θα με γελάσει.

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016


Για μια μικρή λευκή αχιβάδα
Αποτέλεσμα εικόνας για white shell paintings
Μοσχοβολούσες πίκρα κι ανημπόρια
και νύχτα με νοτιά στις Τζιτζιφιές.
Κάπου στο βάθος σφύριζαν παπόρια,
σα γύρισα και σου ψαλα: «Μην κλαις,

ωχρή, ορφανεμένη αχιβάδα.
Εγώ για σένα πόντος θαλερός.
Επτά κι αν έχει μέρες η βδομάδα,
η όγδοη εσύ. Μαβής καιρός

για σένα πια ποτέ, μηδέ αγκούσα.
Μακριά σου δεν βαστάζω ένα λεπτό».
Αυτά με το λαγούτο τραγουδούσα,
πριν στα χωράφια του Άδη να ζευτώ

και μείνει η μικρή λευκή αχιβάδα,
σημάδια μπερδεμένα στο χαρτί.
Τώρα μονάχα κρύα φεγγαράδα
και χάρος τ΄ακρογιάλι να πατεί.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016


Ο Παιάνας
Αποτέλεσμα εικόνας για singing with lyre paintings
Τα βάρη της κηδείας μου
τριπλοζαλώθηκα,
με κάτι spleen του Πρίαμου,
σαράκια Ρώσσικα
και σεργιανώ στις αγορές,
του κόσμου δίχως μία,
ψευτομπαλώνοντας φθορές,
μες στα νοσοκομεία,
ώσπου να χυθεί ο παιάνας:
-Ω Ελλάς κόρη πουτάνας!

Καλόγηρος ακόλαστος,
βγαίνω για έρανο.
Αδάμης και Πρωτόπλαστος,
πιάνω το έδρανο
της ακηδιάς και ξενυχτώ,
(χαρτί, κόκαλα, τσόντες),
ράσο στους ώμους μου ριχτό,
καβαλητός σε Χόντες,
συνοδεία μιας αλάνας:
-Ω Ελλάς κόρη πουτάνας!

Τα ψέμματα τελειώσανε,
χάρτινο ένδυμα.
Ελπίδες τα τεντώσανε,
ήθη και έθιμα.
Μα γω πάντα φιλέρημος,
αητός και καλιακούδα,
για θάνατο μου έτοιμος,
βαφτισιμιός του Βούδα,
άσμα κείμαι και παιάνας:
-Ω Ελλάς κόρη πουτάνας!

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016


Κατά Θεόφιλον

Αποτέλεσμα εικόνας για sailor paintings
Του κόσμου λόγια ναύτη με φορτώσανε,
σε ξενικά καράβια δίχως σάκο.
Στη Δήλο Πέμπτη, Μάγοι με σταυρώσανε,
Παρασκευή ανοίξανε τον λάκκο.

Πως τόλμησε η Πράσινη και μ΄έπνιξε;
Αλάτι που το βρήκε να με θάψει;
Σφήνα στο ήπαρ ξύλινη μου έμπηξε,
η πόρνη των ανέμων πριν λουφάξει.

Και μιαν αυγή πιωμένος το Ασύρτικο,
Πολύφημος με γλαύκωμα γερμένος,
στο στρώμα το κοινό, το Κυκλαδίτικο,
οσμίστηκα σαρκός το άγιο μένος.

Τι το θελα…Ραγιάνι με ξαπόστειλε,
προς τις βαριές χανούμισσες πεσκέσι.
Φωνή από ψηλά: «Φυρέ Θεόφιλε,
αυτό το τέλος θα ΄χεις κι αν σ΄αρέσει».

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016


Η Διαδρομή
 Αποτέλεσμα εικόνας για τραιν στατιον παιντινγσ
Πνιγμένος σε Μαρτιάτικη ραστώνη,
κατηφορίζω προς των τρένων το σταθμό.
Ο χάρος μ΄ένα λούγκερ με λαβώνει,
πριν να χαθεί -πατήρ του Αμλέτου- στον ατμό.

Απάνω στων Μοιραίων τους σουμιέδες,
οι ποιητές βυθοκορούνε με πειθώ,
πυρέσσουσες παρθένες, Στρέφη παίδες
και μ΄ένα νεύμα με καλούν να ηττηθώ.

Μα στέκω νικητής παρά το αίμα,
δίχως στιγμή να λογαριάσω την τιμή.
Ταξίδι, θέση τρίτη Πάτρα-Γκέμμα,
μ΄Αλμπέρ Καμύ, δώδεκα Φι και Α.Σ.Μ.

Μαργώνει τα κομμάτια μου η νύστα
και της μορφής σου τα πολύχρωμα εφέ,
κηλίδες ξωτικές πάνω σε πίστα.
Επτά μισή και είναι η ώρα του καφέ.