Των
άστρων πτώματα κοιτώ και λάγνα
πυροφάνια. Άλλη
φορά δε θα στο πω: «Με
θέλγουν τα λιμάνια
και τα
πορνεία τα σεμνά, Παρασκευή
Μεγάλη. Σκάβεις
ταφί σου με κασμά, σκάβεις
και με κουτάλι».
Κυριακή 3 Απριλίου 2016
Σε
Μια Ταβέρνα
Σε
μια ταβέρνα πνιγηρή μέσα
στου Ρουφ τη θλίψη, Χριστός
Σωτήρας αγρυπνά, βλογώντας
μου τη σήψη,
των αισθημάτων
των καλών που κάποτε
στρατιώτες,
διπλή βαρούσανε σκοπιά, μπρος
στης καρδιάς τις πόρτες.
Αυτός
Έφα
Πυρπολημένες
γειτονιές στην
εμπασιά του Αυγούστου. Πως
στέκω άπιστος Θωμάς, δε το
χωρά ο Νους Του
και στένει
αράδα τις αρές και μάτσο
τις κατάρες: «Είναι
η φάρα των Γραικών, απ΄τις
κακές τις φάρες».
Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016
Πρωτεύουσα
της Οδύνης
Κρατάς
τον λύχνο του Ελυάρ, στ΄αφιονισμένα χέρια και
παίρνεις σβάρνα γειτονιές. Στο
στόμα σου χαμπέρια, απ΄ένα
χάρο σκακιστή. (Μα
ποιος να σε πιστέψει;) Ο
ήλιος φέγγει ολόχαρος και
μόνη έγνοια η πέψη.
Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016
Το
Όραμα του Σαύλου
Βοριάς
σου κλείνει το στρατί, νοτιάς
σφαλά το στόμα κι από
τες δέκα κι ύστερα, στο σάπιο
στρώμα χώμα.
Πιωμένος
αίμα του ταυριού και ζύθο
των ευνούχων, ξάφνου
φωνή του Στέφανου: «Χαίρε
παιδί των ρούχων».
Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016
Η
Φωτιά
Ισχνά
τα κέρδη της φυγής, σαν η
φωτιά εντός σου. Τι
θες τα λόγια που μιλάς; Σώπα
και παραδώσου.
Έχει
ο κόσμος πυρκαγιές και κάπου
θα σε κάψει. Ριπίδι
πάρε δώσε του, το κάρβουνο
ν΄ανάψει.
Ο
Γυρολόγος Ιησούς
Παρασκευή
ζαλώθηκα, σταυρό,
καρφιά, στεφάνι και πήρα
σβάρνα γειτονιές, με
μάτι πυροφάνι.
Θάμα στη πρώτη έβγαλα, στη δεύτερη
τη γλώσσα, στη τρίτη
γύφτος λάλησε: -Αλάργα
από τα Λιόσα.