Στα
Ψηλά Βουνά
Θα
πάρω σβάρνα τα βουνά,
βοριάλωτες
ραχούλες,
σκάμμα
να τύχω και ταφί.
Ανάμεσα
σε νούλες,
μπιζέρισα
μαθές να ζω,
νούλα
κι ατός μου πρώτη.
Κάλλιο
΄να βόλι στη καρδιά
σα
τον σαλό στρατιώτη,
παρά
πρεσβύτης με ραβδί,
που
τον προγκάν να φύγει,
από
βιτρίνα πορνική.
Για
με ο χρόνος λήγει
και
το ρολόγι δώδεκα,
θα
δείξει οσωνούπω.
Όρνια
γρικάτε και θεριά,
του
σώματος τον γδούπο.
Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-
Στου έρωτα τα λόγια
και
στα περκάλια τα λερά.
Στους
πίνακες του Γκόγια
πολλές
φορές και πάντοτε
στης
Πρέβεζας τις όχθες.
Μην
εξαιρείς ψηλές κορφές,
σπηλιές
και καταβόθρες.
-Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-Εντός
των ταβερνείων,
με
το μπουζούκι να λαλεί,
στάζοντας
spleen και
πύον,
στ΄«Αλλάχ»
των μουεζίνηδων,
στης
Φρύνης το δελφάκι.
-Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-Κυρίως
στην Ιθάκη!
Σεφέρης
και Ελύτης
Θυμό
δεν κρύβω για το spleen
κι
ας ήρθε λωποδύτης,
να
μου σουφρώσει τη χαρά.
Σεφέρης
και Ελύτης,
όσο
στα ράφια βρίσκονται
και
στων πλευρών το κοίλο,
θα
ήταν ψέματα να ειπώ,
ότι
δεν βρίσκω φίλο,
να
μου γιατρέψει τους καημούς
και
τες πληγές του κνούτου.
Καρδιά
γλυκά τραγούδα Τους,
βαρώντας
σολ λαγούτου!
Στον
Φύλακα Άγγελο Μου
Γράψε
μου τ΄όνομα σωστά,
βοϊδάγγελε
δερβίση,
λόγο
να δώκεις τσίλικο,
σ΄Αυτόν
που θα με λύσει,
γυρνώντας
με στο κόκαλο,
μέσα
σε λίγους μήνες.
Να
ζήσουν πρέπει άλλωστε
και
τ΄Ουρανού οι κηφήνες.
«Μικρές
Κυκλάδες»
Στις
«Μικρές Κυκλάδες κάθε βράδυ,
πίνουνε
ρακί με την ελιά,
άνδρες
που εχθρεύονται το χάδι,
άνδρες
που αγαπάνε τη θηλειά.
Και
Παρασκευή σα ΄ρθεί Μεγάλη,
μ΄έναν
Επιτάφιο εντός,
βάζουνε
στον κλήρο το κεφάλι
κι
ένας τους υψώνεται αετός.
Στις
«Μικρές Κυκλάδες» δε σιμώνω,
σπίτι
μου οπλίζομαι ποτό
κι
όμως (με τη σκέψη μόνο ιδρώνω),
ώρα
να με πάρουν σηκωτό.
Ο
Νεροπότης
Νερό
γιομίζω τον κουβά,
ξεφεύγει
απ΄τες τρύπες
κι
όλα στον πάτο ανάκατα,
βάσανα,
στόνοι, λύπες.
Βγάζω
το ποτηράκι μου,
αυτό
της πρώτης νιότης,
το
πλαστικό πτυσσόμενο:
«Να
ζήσει η Ανθρωπότης,
με
τα μεγάλα έργα της
και
τα εγκλήματα της.
Για
ιδές γυμνός γεννήθηκα,
για
να πεθάνω μπάτης».
Νερό
γλυφό στες χούφτες μου,
σαν
άλλος Διογένης,
πίνω
και λέγω: «Δόξασοι»,
ν΄ακούει
ο Ψαρογένης.
Του
Ασώτου
Μυγάρχης
με περίχυνε,
κρασί,
ροσόλι, μέλι,
Δευτέρα,Τρίτη,
Σάββατο,
άναβε
θράκα. Χέλι
παγίδια
και σπληνάντερα,
σουβλιά
με κοκορέτσα,
μου
΄τοίμαζε και τράταρε,
φορές
και καμιά πέτσα.
Κι
εγώ ο αλιτήριος,
στον
Οίκο του Πατέρα,
σαν
τον κιοτή επέστρεψα,
για
να μου βάλει βέρα
κι
ένα μοσχάρι σιτευτό,
εφάπαξ
να τυλώσω.
Ξηγήστε
μου πως πιάστηκα,
χοντρομαλάκας
τόσο;