Τα
Βερεσέδια
Ξυπνώ,
κοιμούμαι πάντα εκεί,
τρεις
μάγοι δίχως δώρα,
που
σα ρωτώ: «Ξηγάτε μου
τον
γρίφο». «Διαγόρα»
μ΄ανταπαντούν,
«συγκάλεψε,
και
στάσου μετρημένα».
«Δεν
είν΄ απόκριση αυτή.
Τα
λέτε μασημένα.
Μάγοι
περνιέστε σοβαροί
και
όχι παλοπαίδια».
Τότε
ξερνά ο Ράσμους: «Ρε,
πίσω
τα βερεσέδια
να
δώκεις κι ύστερις μιλείς
και
κάμνεις τον καμπόσο.
Για
να ξοφλήσεις θα γενείς
σαν
τον Αη-Γιάννη Ρώσο».
Κάθοδος
Χωλός θα πάρω ένα πρωί,
τη στράτα των μυρίων
και σαν μυρίσω θάλαττα
κι αποφορά οικείων,
«Δήμητρα» τονθορύζοντας
«και Κόρη παινεμένη»,
σε καφενέ της συμφοράς
στη Νέα Μενεμένη,
των επωμίδων τη σκουριά,
ξανά θε να φορέσω.
Μ΄αντίς πολλά γλυκύ βραστό,
ένα φαρμάκι εσπρέσσο.
Στα
Ψηλά Βουνά
Θα
πάρω σβάρνα τα βουνά,
βοριάλωτες
ραχούλες,
σκάμμα
να τύχω και ταφί.
Ανάμεσα
σε νούλες,
μπιζέρισα
μαθές να ζω,
νούλα
κι ατός μου πρώτη.
Κάλλιο
΄να βόλι στη καρδιά
σα
τον σαλό στρατιώτη,
παρά
πρεσβύτης με ραβδί,
που
τον προγκάν να φύγει,
από
βιτρίνα πορνική.
Για
με ο χρόνος λήγει
και
το ρολόγι δώδεκα,
θα
δείξει οσωνούπω.
Όρνια
γρικάτε και θεριά,
του
σώματος τον γδούπο.
Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-
Στου έρωτα τα λόγια
και
στα περκάλια τα λερά.
Στους
πίνακες του Γκόγια
πολλές
φορές και πάντοτε
στης
Πρέβεζας τις όχθες.
Μην
εξαιρείς ψηλές κορφές,
σπηλιές
και καταβόθρες.
-Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-Εντός
των ταβερνείων,
με
το μπουζούκι να λαλεί,
στάζοντας
spleen και
πύον,
στ΄«Αλλάχ»
των μουεζίνηδων,
στης
Φρύνης το δελφάκι.
-Που
κρύβεται ο Θάνατος;
-Κυρίως
στην Ιθάκη!
Σεφέρης
και Ελύτης
Θυμό
δεν κρύβω για το spleen
κι
ας ήρθε λωποδύτης,
να
μου σουφρώσει τη χαρά.
Σεφέρης
και Ελύτης,
όσο
στα ράφια βρίσκονται
και
στων πλευρών το κοίλο,
θα
ήταν ψέματα να ειπώ,
ότι
δεν βρίσκω φίλο,
να
μου γιατρέψει τους καημούς
και
τες πληγές του κνούτου.
Καρδιά
γλυκά τραγούδα Τους,
βαρώντας
σολ λαγούτου!
Στον
Φύλακα Άγγελο Μου
Γράψε
μου τ΄όνομα σωστά,
βοϊδάγγελε
δερβίση,
λόγο
να δώκεις τσίλικο,
σ΄Αυτόν
που θα με λύσει,
γυρνώντας
με στο κόκαλο,
μέσα
σε λίγους μήνες.
Να
ζήσουν πρέπει άλλωστε
και
τ΄Ουρανού οι κηφήνες.
«Μικρές
Κυκλάδες»
Στις
«Μικρές Κυκλάδες κάθε βράδυ,
πίνουνε
ρακί με την ελιά,
άνδρες
που εχθρεύονται το χάδι,
άνδρες
που αγαπάνε τη θηλειά.
Και
Παρασκευή σα ΄ρθεί Μεγάλη,
μ΄έναν
Επιτάφιο εντός,
βάζουνε
στον κλήρο το κεφάλι
κι
ένας τους υψώνεται αετός.
Στις
«Μικρές Κυκλάδες» δε σιμώνω,
σπίτι
μου οπλίζομαι ποτό
κι
όμως (με τη σκέψη μόνο ιδρώνω),
ώρα
να με πάρουν σηκωτό.