Σώπαινε
Σώπαινε,
βγάζε τον σκασμό,
ψυχούλα
μου χυμένη,
στους
πέντε τους αγέρηδες.
Πάντοτε
ηττημένη,
τι
ωφελούν παράπονα,
φθηνές
εναντιώσεις;
Για
να σοδιάσεις κάποτε,
ανάγκη
να ματώσεις.
Καθαρός
Καθάρισε
τα στίγματα,
γερά
με την χλωρίνη,
να
γένεις πάλι λαμπερός.
Σαν
φεύγεις εν ειρήνη,
το
βλέμμα της αποστροφής,
από
θνητό κανένα,
μην
σου φορτώσει ο Σατανάς.
Γεννήθηκες
στη βλέννα
από
μιας μήτρας τους σπασμούς,
μα
βλέννες δεν σ΄ορίζουν.
Μπορεί
σε τούτη τη ζωή,
βρωμύλοι
ν΄αλωνίζουν,
μα
συ στο κουμασάκι σου,
βάλε
μπροστά την πάστρα.
Κάποιοι
με χώμα χαίρονται,
κάποιοι
το τάβλι μ΄άστρα.
Ο
Λάζαρος
Αχνά
ακούγω τ΄όνομα:
«Λάζαρε,
δεύρο έξω!»
Σώτερ,
θαρρώ σαρκάζεις με.
Το
φως πως θες ν΄αντέξω;
Άλλωστε
ξεσυνήθισα,
των
φιλημάτων θέρμη.
Πια
ζηρομπίλια αγαπώ,
που
προτιμάν οι έρμοι.
Μέγκλα το χώμα, μια χαρά.
Ν΄αναστηθείς
ατός σου.
Όσο
για με ευχήθητι,
Λάζαρε
παλουκώσου
με
το σκουλήκι σύντροφο,
σύντριμμα
στα συντρίμμια.
Τήραξε
διάτα σου ορθή,
να
μείνουμε τακίμια.
Ο
Νούλας
Τα
λόγια μου τζοβαρικά,
φυλάγω
στα μπαούλα,
που
σαν απλώνει μουστερής,
τον
τρώγει ταραντούλα.
Κι
ένας ληστής στικταετός,
ανοίγει
και παρλάρει:
«Αμάν
σκουριά, σιδερικό…
Ο
νούλας κογιονάρει!»
Τα
Μπάζα
Μπάζα
παντού και πάντοτε,
μια
γεύση ναφθαλίνης,
να
μου πικρίζει λάρυγγα.
Ο
Άρχων της γαλήνης,
μηδέ
που καταδέχεται,
αντάρτες σαν και μένα.
Μπορεί
να φαίνω ζωντανός,
μα
μέλη μου θαμμένα,
σε κρύπτη έχω Δωρική,
αντάμα
με στλεγγίδα.
Δήμητρα,
Κόρη σώστε με,
από
τη μαύρη ακρίδα.
Μπάζα
παντού και πάντοτε,
η
λύπη σύνευνη μου,
εδώ
στα παραπήγματα,
της
εν εμοί ερήμου.
Ελλαδογραφία
Αιώνων τόσων πνεύματα,
στον τόπο τους τσιγγάνοι,
αστρί
θωρούνε πορνικό,
να
μελετά το χάνι,
που
ο Δυσσέας κάποτε,
αφήκε
ρημαδάκι.
Τι
ωφελεί ψυχούλα μου,
να
ζεις μες στη φενάκη;
Το
Όνειρο της Μ. Τετάρτης

Μ΄ένα
κλωνάκι γιασεμί στο πέτο το ζερβί
και
κάποιαν ακαθόριστη ελπίδα για κρεμάλα,
φτυστός
ο Γιούδας μίλησα: «Να σ΄ασπαστώ Ραββί»
και
την Φυλής περπάτησα μαύρο διψώντας γάλα.
Σαλό
γκαρσόνι έστρεψε τα μάτια στη φωτιά
κι
από φιάλη έσταξε στο μπρίκι μια σταγόνα.
«Να
πολυπραγματεύεσαι η πρώτη αποκοτιά,
δεύτερη
να ΄χεις ζηλωτών τα λόγια για κρυψώνα».
Κι
εγώ που δεν προσκύνησα Ανάσταση Χριστού,
μα
το καλάμι διάλεξα, τ΄ακάνθινο στεφάνι,
πίσω
τα φραγκοδίφραγκα του πενιχρού μισθού,
γυρνώντας
αναφώνησα: «Του πρέπει να πεθάνει».
Μ΄ένα
πονόλαιμο φρικτό σηκώθηκα νωρίς,
από
τον ύπνο ένας φυγάς, σικάρης Δόν Κιχώτης.
«Τέτοιας
λογής ονείρατα πως στέργεις να θωρρείς;»
η
μάνα μου αγρίεψε κι έκαμε τον σταυρό της.