Τετάρτη 26 Απριλίου 2017


Ένας Φιλισταίος
Αποτέλεσμα εικόνας για man with a stick  paintings
Στραβό ραβδί στη χέρα μου
και σπεύδω καυλωμένος,
για μιαν Αλήθεια ζόρικη,
που ξέμεινε παρθένος.

Μ΄αντίς γι΄ Αλήθεια, κίβδηλα
νομίσματα και χρέος
και σκλιά να γιουχαϊζουνε:
«Διαβαίνει Φιλισταίος!»

Δευτέρα 24 Απριλίου 2017


Βαρυστομαχιά
Αποτέλεσμα εικόνας για sleeping man with a woman paintings
Στο ύπνι μου λαμπαδικά
φουντώνουν νεωκόροι
κι εγώ πεσμένος μπρούμυτα:
«Ω Δήμητρα, ω Κόρη,

πενθώ την απουσία σας,
μ΄όλα τα εντός να κλαίνε».
Σκουντά η κυρά: «Βράδια να τρως,
λιγότερο καημένε».

Κυριακή 23 Απριλίου 2017


Στο Πραιτόριο
Αποτέλεσμα εικόνας για pretorium paintings
Στυγνός ο λόγος των Οβριών,
σα μια τριχιά που σφίγγει
λυσσάρικα τον λάρυγγα.
Πυρώνει το μηλίγγι,

από τον ήλιο της Νισάν,
τον πιο καυτό απ΄όλους.
«Πατέρα γύρνα με παιδί
και δώκε μπάλα, βόλους,

Πραιτόριο αλλάζοντας,
σε νεραϊδοπαλάτι.
Αμνός εγώ; Δε σφάξανε…
Άλλος να βάλει πλάτη».

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017


Διακοπή Νυχτερινής Ακρόασης
 Αποτέλεσμα εικόνας για man listening to vinyl discs paintings
Μεσάνυχτα βοούν οι πεθαμένοι,
σ΄αυλάκια βινυλίου βρωμερά,
κερκίδα ανεμίζοντας κι ωλένη.
Ανίκανοι ν΄ανοίξουνε φτερά,

τον γύρο κάμνουν πάλι του θανάτου,
με κάποιο Stabat Mater της σειράς.
Σηκώνεται το τρίχωμα του γάτου,
κι εγώ στο πρώτο νεύμα της κυράς.

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017


Το Κυπαρισσάκι
Αποτέλεσμα εικόνας για leaning cypress tree
Κυπαρισσάκι στράβωσα
και γύρισα στο χώμα,
ρίζα να νοιώσω πού ΄δωκε,
μια Φύση γαλαντόμα

κι ένας Θεός δυσκοίλιος,
πολλά θανατογλέντης.
Πάρε πελέκι εαυτέ
και κόψε σα λεβέντης.

Τρίτη 18 Απριλίου 2017


Ανάσταση
 Αποτέλεσμα εικόνας για resurrection paintings
Εντέλει αναστήθηκες.
Σου γένηκε το κέφι.
Πλην τώρα κράτησε σταυρό,
κατσούνα, γυφτοντέφι

και όρτσα προς τα πλυσταριά,
με γκαστρωμένα λόγια.
Έτσι μαθές κουρντίζονται,
του κόσμου τα ρολόγια.

Σάββατο 15 Απριλίου 2017


Οι Επτά Τελευταίοι Λόγοι του Ιωάννη στον Σταυρό (Αγίας Παρασκευής)
Αποτέλεσμα εικόνας για the seven last words of christ
Θνητοί που κάμνουνε κακό δεν φέρουνε ευθύνη.
Ο αίτιος ας όψεται. Αρνάκι ο Αδάμ,
διδάχθη παρά Πονηρού σπέρμα κακό να χύνει,
θέση λαμβάνοντας ταγού μες στης φθοράς το τράμ.

Ποιός στέργει του Παράδεισου τα πνιγηρά σαλόνια,
και τις κυρίες που σοβούν ντυμένες στα φαιά,
για να δειπνήσουν ταπεινά λασπώδη μακαρόνια,
με μια Μαριώ που γένηκε από Οβριά Θεά;

Γύναι ιδού ο γιόκας σου στεγνός και μαραμένος,
που κάποτε ξεφούρνισες τεφρή Παρασκευή.
Τώρα, ορθρίζει ορφανός πισθάγκωνα δεμένος,
σ΄αυτό το κολαστήριο με φίδια ευσεβή.

Φρικτά με εγκατέλειψες Πατέρα κι αύτη ώρα,
να σου τα σούρω απ΄τη καλή, πλην νόημα μηδέν.
Τη στράτα πήρες μακριά, λες με κατείχε ψώρα
κι από του θόλου τα γκολπόστ το γύρισες στο ζεν.

Διψώ και ήγγικεν καιρός, της μάνας μου το γάλα,
φτύνοντας προς τους Ουρανούς «Τετέλεσται» να πω,
μα πριν πετάξει μου η ψυχή απάνω απ΄τη Σουβάλα,
στους χάρτες μέσα βολική ας εύρει ατραπό.

Μουγκάρη στα χεράκια σου το πνεύμα παραδίδω,
κι αν θέλεις περιφρόνα το,  σαν θέλεις στους αγρούς
των Ηλυσίων καντονιών με μια γαϊτανοφρύδω,
ξαπόστειλε ξεπλένοντας των θλίψεων αφρούς.