Ψυγείο
με κατάψυξη
Αγόρασα
ψυγείο με κατάψυξη.
Πως
είχα Θε μου εγώ τέτοια κατάληξη,
που
ζούσα σαν να μην υπήρχε αύριο,
χιλιόμετρα
μακριά απ΄το μακάβριο;
Τα
πόδια μου στα κύματα μπανιάριζα,
κρατώντας
στο δεξί μολύβι-σάριζα
και
σαν σιμά η νύχτα σε καλίγραμμου
μοντέλου
σκέλια, έχωνα τα μούτρα μου.
Τους
φίλους μου συχνά σε τραπεζώματα,
βαστούσ΄αλέγκρους
ως τα ξημερώματα,
με
μπύρες του Μονάχου κι Αγιωργίτικο
και
μπάλο και χασάπικο Πολίτικο.
Πλην
τώρα που η Άνοιξη κατέπεσε
και
Κύριος πατόκορφα με ξέχεσε,
αγόρασα
ψυγείο με κατάψυξη.
Πως
είχα Θε μου εγώ τέτοια κατάληξη;
Θα
ρίξω το λοιπόν εντός τα σέα μου,
Παρίσα,
Ρώμες, πλαζ της Νέας Πέραμου,
Παράδεισο
μαζί και Πουργατόριο,
πουταναριό
της Ξένης και εγχώριο.
Τους
έρωτες θα βάλω στην συντήρηση,
για
να ΄χει κάτι βρώσιμο η Ποίηση
και
κάτω κάτω σάβανα και φέρετρο,
της
ζήσης μου το κτίσμα το αυθαίρετο.
Και
τέλος την καρδιά μου στην κατάψυξη,
κομμάτια
δεκαπέντε απ΄την διάρρηξη,
θ΄αφήκω
να την εύρουν οι Επίγονοι
και
μέσα στην παγάδα της φιλήδονη.