Οι
Έρωτες
Ανοίγω
βρύση, ποταμός
ξεχύνεται
αντάρτης,
για
να ποτίσει έρωτες,
που
μάργωσε ο Μάρτης.
Κι
ένα παιδί, σοφό παιδί
την
κάρα του βροντάει:
«Φίδι
αθέλητα ξυπνάς
κι
αλάργα μην σε φάει.
Γιατί
οχιές τα σώματα
και
οι ψυχές σαπίτες
κι
οι έρωτες των γηρατειών,
σου
κατεβάζουν μύτες».
Κλείνω
τη βρύση, κλείνομαι
ξανά
μες στο πλεχτό μου,
θεριό ετών εξήκοντα,
σε
χέρες ανατόμου.
Μετά
την καύση
Και
βάλαμε τις στάχτες στο σαλόνι,
μαζί
με τα cd
του Κηλαηδόνη.
Τι
θα πει Ανάσταση
Ανάσταση
θα πει είπε η Λίτσα,
αρνί, αυγό,
κουλούρα, μαγειρίτσα...
Το
Φύτεμα
Μικρά
παιδιά κι αμάλλιαγα το πήρανε χαμπάρι,
πως
νεκρονόμοι γρήγορα θα πιάσουνε το φτυάρι,
να
μας φυτέψουνε στη γη, ο τόπος ν΄ανασάνει.
Ήρθε
ο καιρός μαζί μ΄εμάς, να βουλωθεί κι η πλάνη.
Αφροσύνη
Ανοίξαμε
την πόρτα στους αγέρες…
Κουνούπια,
μπακακοί, σκουληκαντέρες.
Ένας
Πνιγμός
Βουτώ
εγώ για κόχυλες και στρείδια,
βουτά
κι εμέ ο Χάρος απ΄ τ΄αρχίδια…
Στη
χήρα μου
Την
βέρα να μου βγάλεις σαν πεθάνω.
Πεδίο
θέλω λέφτερο κει πάνω.