Το
Λάθος
Φορτώσαμε
τη μνήμη πεθαμένους,
αχόρταγους
για στάρι και για επαίνους.
Η
Ομπρέλα
Είχα
΄να φίλο κάποτε,
που
βάσταγε ομπρέλα
τις
νύχτες: «Τ΄άστρα σκιάζομαι.
μην
κάμουν κουτσουκέλα
και
πάνω μου απρόσμενα,
χυθούνε
και με κάψουν.
Διάτα
σ΄αφήνω σαν χαθώ,
μ΄ομπρέλα
να με θάψουν».
Είχα
΄να φίλο κάποτε,
που
βάσταγε ομπρέλα
τις
νύχτες. Τώρα κόκκαλα
ανάκατα
μπανέλα.
Ξημέρωμα στο Γκάζι
Σαπρό το φύλλο της συκής,
την γύμνια δεν σκεπάζει
και που Αδάμ και που Εδέμ
και που οχιά στο Γκάζι;
Μόνο ταβέρνες σκοτεινές,
μέσα στη πρώτη σκόνη,
να συλλαβίζουν προστυχιές,
λίγο πριν την αγχόνη.
Το
Ρεγάλο
Για
χρόνια λίγα και κακά, ωχρά και ψυχοφθόρα,
ρεγάλο
από τον Ύψιστο, βόλτα με νεκροφόρα.
Η Βάρκα
Εντός μου κλαίει το μωρό,
φωνάζει το παιδάκι,
ο γέρος βρίζει άσχημα
μαδώντας το μουστάκι.
Κι όλοι ζητούν μερίδιο,
κομμάτι από τη σάρκα.
Χάρος προβαίνει… Το παιδί
μονάχα στέργει βάρκα.
Κόκκινος Μύλος
Ο θάνατος με βρήκε στην Καστέλλα,
απάνω στα σορόπια με μια Στέλλα.
Η
Συνάντηση
Η
μάνα μου στα ντοκ του Παραδείσου:
«Σε
γέννησα με σάρκα, τώρα γδύσου».