Για
Μια Ολοκληρωμένη Κηδεία
Η
νεκροφόρα πέρασε απ΄το σπίτι…
Του
Γκόγκολ βλέπεις, έλειπε «Η Μύτη».
Πρωϊνή Μελαγχολία
Ξυπνάς πρωί κι αντί για φως,
του Άδη οι λαμπτήρες,
ρίχνουν απάνω σου καημούς,
φονιάδες κι ολετήρες.
Και δεν μπορείς να σηκωθείς,
να βάλεις παντελόνι,
πριν θυμηθείς στα σίγουρα,
που σκόρπισες την ζώνη.
Το
Λάθος
Φορτώσαμε
τη μνήμη πεθαμένους,
αχόρταγους
για στάρι και για επαίνους.
Η
Ομπρέλα
Είχα
΄να φίλο κάποτε,
που
βάσταγε ομπρέλα
τις
νύχτες: «Τ΄άστρα σκιάζομαι.
μην
κάμουν κουτσουκέλα
και
πάνω μου απρόσμενα,
χυθούνε
και με κάψουν.
Διάτα
σ΄αφήνω σαν χαθώ,
μ΄ομπρέλα
να με θάψουν».
Είχα
΄να φίλο κάποτε,
που
βάσταγε ομπρέλα
τις
νύχτες. Τώρα κόκκαλα
ανάκατα
μπανέλα.
Ξημέρωμα στο Γκάζι
Σαπρό το φύλλο της συκής,
την γύμνια δεν σκεπάζει
και που Αδάμ και που Εδέμ
και που οχιά στο Γκάζι;
Μόνο ταβέρνες σκοτεινές,
μέσα στη πρώτη σκόνη,
να συλλαβίζουν προστυχιές,
λίγο πριν την αγχόνη.
Το
Ρεγάλο
Για
χρόνια λίγα και κακά, ωχρά και ψυχοφθόρα,
ρεγάλο
από τον Ύψιστο, βόλτα με νεκροφόρα.
Η Βάρκα
Εντός μου κλαίει το μωρό,
φωνάζει το παιδάκι,
ο γέρος βρίζει άσχημα
μαδώντας το μουστάκι.
Κι όλοι ζητούν μερίδιο,
κομμάτι από τη σάρκα.
Χάρος προβαίνει… Το παιδί
μονάχα στέργει βάρκα.