95
ΑΛΟΓΑΤΑ
Σα
νοιώσανε απλάδα και λιβάδι,
τ΄αλόγατα
λακίσανε ομάδι.
(Νεκρό
τιμόνι, ψόφια λαμαρίνα).
Γυρίσαμ΄ιδρωμένοι
στην Αθήνα…
Η ΠΡΟΣΠΕΡΑΣΗ
Ο
Τάκης στριμωγμένος στο κουτί του,
βλαστήμησε
τα μπεκ του αυτοκινήτου.
2666
Με
τα στιχάκια κρύβω την εικόνα.
Τα
πράγματα τελείως ασαφή,
στο
μάτι σκουντουφλάνε του κυκλώνα,
σαν
Όμηροι μ΄αδύναμη αφή.
Ληστές
κλωθογυρίζουν τον Σωτήρα.
Η
Σταύρωση δεν πρέπει να φανεί.
(Το
σκηνικό στημένο για μια χήρα.)
Χαρτί
ζουγραφιστό η Γεθσημανή.
Σκυμμένος
στα χαρτιά μου κάποιος άλλος.
Ρωτήστε
την γυναίκα μου γι΄αυτόν.
Εγγλέζος,
Ολλανδός, Κινέζος, Γάλλος;
Απλά,
συντηρητής νεκροθαπτών.
Τα
εύκολα δεν θέλησα. Τον δρόμο
τον
έρημο περπάτησα κυφός,
σαν
τον παλιό εκείνο ταχυδρόμο,
που
μοίραζε σε φάκελα το φως
και
κάποιοι τον προγκούσαν «Εωσφόρο»
και
«κάλπη» και «προδότη» και «σκυλί».
Απάνω
μου ο ρόλος… Ψυχοφθόρο,
μα
έτσι περισώζεται η Φυλή.
Τα
Φαντάσματα
Σήκωσα
το φλυτζανάκι κι ήπια μια γουλιά,
βλαστημώντας
τον Χριστό και την αναδουλιά,
που
μας έριξε γερόντια στα πατώματα,
με
φτηνιάρικη μασέλα μες στα στόματα.
Ο
Θεμιστοκλής να λέει για Βυζαντινούς
κι
ο Νικόλας για συμπότες, κύλικες, ληνούς.
Σαν
τη γνώμη μου γυρέψαν, κατά κύματα
βγήκαν στούκας κι ερεβώδη τέτοια ρήματα:
«Οι
βροχές θα μας μουσκέψουν, έρχονται καιροί
που
θα ψάχνεις ένα φίλο γύρα με κερί»
Που
το βρήκα τέτοιο θράσος, πως το τόλμησα;
Τ΄όνομα
μου το καλό, κοπριές το βρώμισα.
Γύρισαν
τότε κι οι δυό τους και με μια φωνή:
«Μάθε
πως τα μουσκεμένα στάζουν ηδονή.
Δεν
χρειάζεται κερί για νάβρεις σύντροφο,
σαν
στη τσέπη σου φωλιάζει το περίστροφο».
Σήκωσα
το φλυτζανάκι γύρω ερημιά.
Που
Θεμιστοκλής, που Νίκος; Μια βαρυθυμιά,
πήρε
και με σήκωσε ψηλά σαν άχερο,
κι
είπα στο γκαρσόν: «Ένα χασαπομάχαιρο…»
Σα
σκύλος που κοιμήθηκε,
σε
σκαλοπάτια μπούζι
και
το γιατάκι πόθησε,
φοράω
γκρι μπουρνούζι
και
λέγω: «Σπίτι μου, καλή
μονή
να ξεψυχήσω»,
γνωρίζοντας
μεσάνυχτα,
τον
λόγο πως θα λύσω.
Η
Επούλωση
Το
τραύμα γιατροπόρεψε
και
την πληγή σου κλείσε,
πριν
σε προλάβει ο θάνατος,
ψαλτάδες
κι «αλλά ρύσαι».
Σεφέρη
σπίρτο δυνατό,
τσιρότο
Παπαδίτσα
και
ράμματα Καβαφικά,
τη
κάμνουν τη δουλίτσα.