Τρίτη 10 Απριλίου 2018
Δευτέρα 9 Απριλίου 2018
Το πανηγύρι σχόλασε σα
κρίναν οι Θεοί:
«Εδώ δεν παίζει ψησταριά και τσίκνα κι ευωχία.
Μονάχα χέρι ξενικό που γδέρνει κι ελεεί,
τα τζιβαέρια παίρνοντας για μερμηγκοψιχία».
«Εδώ δεν παίζει ψησταριά και τσίκνα κι ευωχία.
Μονάχα χέρι ξενικό που γδέρνει κι ελεεί,
τα τζιβαέρια παίρνοντας για μερμηγκοψιχία».
Παντού περβόλια ξερικά,
συνείδησες ρηχές,
ελιές κι αμπέλια στη φωτιά, πηγάδια μολεμένα,
κι ο Θουκυδίδης στάση Εδέμ, γιομάτος αμυχές,
να μουρμουρίζει: «Ατυχώς…Τα χέρια μου δεμένα».
ελιές κι αμπέλια στη φωτιά, πηγάδια μολεμένα,
κι ο Θουκυδίδης στάση Εδέμ, γιομάτος αμυχές,
να μουρμουρίζει: «Ατυχώς…Τα χέρια μου δεμένα».
Εγώ βοσκός οδήγησα με
πέτρα στο νεφρό,
τρακόσες πόρνες σε μοτέλ στις λάγνες Θερμοπύλες,
που σα ντουβάρια πέφτοντας σ΄υπόστρωμα τεφρό,
τον πρώτο τους τον έρωτα χωρέσαν σε αγκύλες.
τρακόσες πόρνες σε μοτέλ στις λάγνες Θερμοπύλες,
που σα ντουβάρια πέφτοντας σ΄υπόστρωμα τεφρό,
τον πρώτο τους τον έρωτα χωρέσαν σε αγκύλες.
Το πανηγύρι σχόλασε. Το
λέγ΄ορθά κοφτά,
κι ας έχω νιτερέσα μου σ΄αυτό το δόλιο χώμα.
Τους μουλωχτούς το τίμημα τους βρίσκει μουλωχτά,
πριν κουρνιαχτός να γένουνε και των σκωλήκων βρώμα.
κι ας έχω νιτερέσα μου σ΄αυτό το δόλιο χώμα.
Τους μουλωχτούς το τίμημα τους βρίσκει μουλωχτά,
πριν κουρνιαχτός να γένουνε και των σκωλήκων βρώμα.
Πέμπτη 5 Απριλίου 2018
Η Κατηφόρα
κεφάτα βάζω πλώρη.
Σαν τι ΄φελά να πολεμώ,
δαιμόνια με το δόρυ,
έχοντας γύπες συντροφιά,
στρωμνή λωλοβιβλία;
Λες μιά να φτάσει ξυραφιά,
για να στηθεί κηδεία;
στρωμνή λωλοβιβλία;
Λες μιά να φτάσει ξυραφιά,
για να στηθεί κηδεία;
«Ναίσκε! Με φέρετρο φτηνό,
ξεκούρδιστους ψαλτάδες,
που θα σου πλέκουν τ΄αλγεινό
τροπάρι για γραφιάδες».
ξεκούρδιστους ψαλτάδες,
που θα σου πλέκουν τ΄αλγεινό
τροπάρι για γραφιάδες».
Και δεν υπάρχει Χριστιανός,
να με προστάξει: « Πίσω!»
Γέγονα βάρος προφανώς…
Θα ΄ναι ντροπή ν΄αργήσω.
να με προστάξει: « Πίσω!»
Γέγονα βάρος προφανώς…
Θα ΄ναι ντροπή ν΄αργήσω.
Σάββατο 31 Μαρτίου 2018
Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018
Καλημέρα
Σαν συντυχαίνω άνθρωπο,
να λέγει καλημέρα,
κάτι εντός μου με καλεί,
να πιάσω τη μαδέρα.
Κακή τη μέρα και ψυχρή,
την θέλω και μου κάνει,
σ΄αυτό τον θάλαμο τρελών,
σ΄αυτήν εδώ τη στάνη,
που μίγδην περιφέρονται,
καθημερνές και σχόλες,
ρινόκεροι και στιχουργοί,
Τατιάνες κουτσομπόλες.
Κι όταν η ώρα η στραβή,
με βρει και με καρφώσει,
θα βγάλω γλώσσα του Θεού:
«Μπόση, τα ΄χεις σκατώσει!»
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)