Με διαφορά ωρών πέντε
-Τριγύρω πούπουλα… Στρουθί,
θα μπήκε απ΄το μπαλκόνι!
-Στο στήθος φτερουγίσματα…
Ο θάνατος ζυγώνει!
Το γιαταγάνι
Είπα σε μια μάγισσα, πως με λέγουν Γιάννη.
«Μοίρα σου κυρ-Γιάννο μου, στέκει γιαταγάνι.
Θα το δώκεις άδικα; Θα στο δώκουν άλλοι;
Να μου λείπει Τάταρε με τα σε η αγκάλη…»
Πόλεμος δεν γένηκε, μήτε αγριάδες.
Με μιάν άλλη μάγισσα πήγα στους παπάδες.
Κι άνοιξα χασάπικο μόστρα στην πλατεία,
και την πελατεία μου τάγιζα γατία.
Ένας Φίλος με Φ ΚΕΦΑΛΑΙΟ
Σαν πέθανες σε κλάψανε οι φίλοι,
μα φτύσανε τον κόρφο τους συνάμα,
και μόνο εγώ με τρέμον κάτω αχείλι,
στης χήρας σου συμπάσχοντας το δράμα,
ετάχθηκα στο πόστο σου στρατιώτης,
που η μοίρα τον ωθεί σε πράξεις ήθους,
εσύ του Χάρου αιώνιος δεσμώτης
εγώ μαλάκτης μάστορας του στήθους.
Και είπε η κυρά σου: « Συγκρατήσου!
Αυτό το πάθος σκότωσε τον Γιάννο!
Μη βιάζεσαι με ρέγουλα σου γδύσου!
Ξαπλώσου να σου κάτσω από πάνω!»
Σαν πέθανες σε κλάψανε οι φίλοι,
μα τρίτη μέρα ήσουν ξεχασμένος.
Μονάχα εγώ σου άναβα καντήλι,
για χρόνια στο κρεβάτι σου πεσμένος,
Επιτάφιος για ένα Φίλο
Νίκο σε κράζανε Περδίκη,
κι άλλοι «Νικάκι» λυγερό,
μα σαν σε κέρδισαν οι Λύκοι,
«τριπλοστριμμένο άντερο».
Ρεφραίν
Θα σε ξανάβρω στη Ριτσώνα,
προς την πυρά σου να περνάς,
κάθε μουτζώνοντας πουστρώνα,
εντός ιχθύος Ιωνάς.
Βίο ξοδέψαμε του κύνα
σ΄ένα δρομίσκο μυστικό,
εσύ μ΄αγκάθωμα στην σπλήνα,
εγώ με τράκο ψυχικό.
Πάντα τον Μάρτη με ρωτούσες:
«Μπαίνει στη κέλα σου άγιο φως;»,
και σου λεγα: «Αν το μετρούσες,
μπόγια σαράντα όλο αφρός…»
Τώρα ποιος ξέρει που βαδίζεις,
με ανοιγμένα τα πανώ,
κι ελπίζω να μην με κακίζεις,,
που σε κηδεύω ζωντανό.