Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2021

 

Απόψε

Απόψε, το σκοτάδι δεν μ΄αγγίζει

σαν άλλοτε. Ωρίμασ’ ο καιρός,

και φώτα πιά διακρίνω νοερώς,

μ΄αυτό το μάτι που εντός μου ορθρίζει.

 

Μα τέτοια φώτα είν΄για τόσο λίγο,

όσο αστέρι που κουτρουβαλεί,

άπ΄του ουρανού απάνω το χαλί,

ως των νεκρών τα μνήματα στον Πύργο

 

Ηλείας. Το σκοτάδι δεν μ΄αγγίζει,

λες και να κλήρωσε κάπου αλλού,

όπως στα παρακάλια ενός σαλού,

για μια μερίδα σκάρτη μαύρο ρύζι.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2021

 

Ο Χριστός σταμάτησε στο «Έμπασσυ»

Ο Χριστός ρέστος σταμάτησε στο «Έμπασσυ»,

ψαχουλεύοντας ψιλά μέσ΄απ΄την τσέπη

του τεφρού παλτού του και με φουλ την  ένταση,

«Ταξιθέτη» είπε « άκου, δίχως σκέπη

 

κι αγκαλιά, βάρος της γης πάντα τριγύριζα,

δω κι εκεί στην ακυβέρνητη Αθήνα,

ποιητή των Εξαρχείων κάποιον θύμιζα,

τι μου κράζαν «γεια σου Δάγλα» τέρμα Σίνα.

 

Μα βιοτή μου όλη στέκει πούρα Ποίηση…

Δυό ελιές, μια οκά κρασάκι, λίγη φούμα,

με κρατούνε βέρστια πέντε από την οίηση,

προσκεφάλι του που είχε ο  Μοντεζούμα.

 

Έτσι λέγω και συγχώρα μου την έπαρση,

πλην φακό σου άναψε μου στα ερέβη».

Ο Χριστός ρέστος σταμάτησε στο «Έμπασσυ»,

λίγο πριν στα Γιεροσόλυμα ανέβει.

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2021

 

Η Χορηγία

«Ημιτελής» του Σούμπερτ… Κατηφής,

την ίδια πάντα πιάνω εφημερίδα,

για να διαβάσω νέα μιας σκυφτής,

πατρίδας που δεν θέλησε πυξίδα.

 

Ο κόσμος λύχνος είναι πια σβυστός.

(Βρυκόλακες ψωνίζουν στις εκπτώσεις).

Μπροστά μου τώρα υψώνεται ιστός.

Μιά πτώση ακόμα μες σε τόσες πτώσεις.

 

Στο τέλος, χορηγία του youporn,

στους θεατές σακούλι με ποπ-κορν!

 

Ο Παλιόφιλος

                             στον κ. Νίκο Περδίκη


Δίχως καπίκι μια βραδιά κουτσαύλισα θλιμμένος,

από της Τούμπας τα στενά ως την Καλαμαριά,

παλιόφιλο γυρεύοντας, ένα σκυλί λιμένος,

που δεν δυνήθηκε κανείς να βάλει λαιμαριά.

 

Τις αγορές αλώνισα, τα ντοκ, τα καφενεία,

τον χάλεψα στις εκκλησιές, σε οίκους ανοχής,

πάνω στων άστρων το γιαπί, στη  φοβερή πενία

των στίχων μου που μούσκευε η λύσσα μιας βροχής.

 

Και δεν θυμότανε κανείς εκείνον τον αλήτη,

που κάποτε τη νιότη μου σημάδεψε βαθιά

με την βαρβάτη πένα του, τον σιόρ τον Ψυχοζήτη,

τον τσιρκολάνο που φωτιές κατάπινε, σπαθιά.

 

Μόνο παιδάκι μιά σταλιά με του σχολειού τη σάκα,

στις ρούγες που ξεχάστηκε να παίζει το κρυφτό,

στρέφοντας «Θειό,» με πρόγκηξε «χρόνια πολλά στη φάκα

περάσανε, που σου ΄μαθαν τον βίο τον σκυφτό.

 

 

 

Και να ξεμάθεις δύσκολο. Ο φίλος  δεν σε σώζει,

γιατί καιρός που μίσεψε και δεν υπάρχει πιά.

Άκου βραχνό  τον κόρακα που για τα σένα κρώζει,

δυσοίωνα μέσ΄ στων  σταυρών  τ΄ασάλευτα  κηπιά;» 

 

Τον γνώρισα τον φίλο μου, ας ήταν και παιδάκι,

και πέφτοντας στα γόνατα για να τον ασπαστώ,

σαν άγγελος φτερούγισε προς το Καραμπουρνάκι,

αφήνοντας την σάκα του την τρύπια να βαστώ.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2021

 

Εμμ. Μπενάκη  9  29 post Covid

Έσπερνες σύννους με γερμένο το κορμί,

Μαυροκορδάτο, Σαμουήλ και Πήλιο Γούση,

ψάχνοντας λύχνο να φωτίσεις την ωμή

Πραγματικότητα που κόμιζε το πούσι.

 

Και μόνο εγώ, ένα  χωράφι ξερικό,

αγορασμένο δυό παράδες μια Τετάρτη,

χάλευα λίγο από τη Γνώση μερτικό,

που θε να ΄ρχόταν με του Μπότσαρη το άτι.

 

Κοντά σου Φίλε ήταν πάντα λες γιορτή,

γιορτή θλιμμένη, ένα Πάσχα δίχως έρμα,

με πυροτέχνημα που σκάει στην αορτή,

σμπαράλι κάμνοντας του Τσώρτση την καζέρμα.

 

Έσπερνες γράφω, μα η  μελάνη μου νερό,

 αφορεσμένη  να μην πιάνει την ουσία,

το παραμύθι τώρα πλάθει του Περώ,

σα καταπότι  στη  βαριά σου απουσία.

Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2021

 

Λυκόνικος


«Φίδι ο φίλος» πάντα λέγανε οι παλιοί,

που ΄χανε γνώση από  δαγκώματα της κόμπρας,

κι είχανε μάθει τη ζωή απ΄την καλή

κι απ΄την κακή μεριά, την καυτερή σαν σόμπα.

 

Και δεν μονιάζανε ποτέ και πουθενά,

με ποιητές ιδίως, μακριά κι αλάργα,

και της ζωής τους εμπαζώναν τα κενά,

καπνό, χασίσι,γαλανές και οίνο κάργα.

 

Και μόνο ένας, κάποιος Νίκος μιά φορά,

που οι λαθρόβιοι τον ξέραν και σα «Λύκο»

είπε αυτός να κάμει τη διαφορά,

και της καρδιάς ν΄ανοίξει διάπλατα τον οίκο.

 

Μπήκαν πολλοί, χυδαίοι, πρόστυχοι, σαλοί

και του πατήσαν την καρδιά με τα παπούτσια.

Είχε στρωμένο αυτός, το πιο καλό  χαλί,

κι αυτοί σκορπίζανε στο διάβα τους κουκούτσια.

 

Σαν κάποτε στης πόλης μέσα τον λυγμό,

εκεί που σμίγει η Φειδίου με  Μπενάκη,

στήσεις τ΄αυτί,  θ΄αφουγκραστείς τον συριγμό,

της προδομένης αορτής του από φενάκη.

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

 

Το Βύθισμα

Δεν μπόρεσα τον ήλιο να βαστάξω

στα χέρια μου τα μιά ζωή ψυχρά,

κι αγχώδης κατεβάζοντας το γείσο,

λογάκια τέτοια έφτυσα πικρά:

 

«Τον θάνατο τον θέλω μες στα φώτα,

να βλέπω το δρεπάνι του Κριτή,

τους χάρτες να θωρώ, να βάζω ρότα

που σώο θα με βγάλει σε ειρκτή.

 

Θανή αξίζει μόνο μες στο φάος

του θέρους, τι κρατάει μιά στιγμή.

Μπροστά μου, να ξανοίγεται το χάος,

κι από παντού ν΄ακούγονται τριγμοί.

 

Έτσι το θέλω εγώ κι έτσι θα γίνει…

Αλλοίμονο, μιλώ σαν το Θεό,

που έρεβος ευδόκησε να δίνει

και τέλειωμα στους ούτιδες  φαιό».

 

Δεν μπόρεσα τον ήλιο να κρατήσω,

σκοτείνιασε η Πλάση και σκληρά,

μου δόθηκε η διάτα να βυθίσω,

το δέμας μου στην σκότεινη πυρά.