Κυριακή 7 Μαρτίου 2021

 

Κυριακή με τον φωνογράφο

Κυριακή απόγευμα μ΄ένα φωνογράφο,

έστησα μνημόσυνο δίχως αφορμή,

΄σορροπώντας γι΄άλλη μια, πάνω από τον τάφο,

που μια μέρα θα ΄μπαινε τ΄άκληρο κορμί.

 

Και πατούσαν πλάγι μου δέκα μαυροφόρες,

κοπελούδες ούλες τους που΄χα μια φορά,

Κατερίνες όμορφες και ναζιάρες Δώρες,

θύματα μιας Άνοιξης, Πασχαλιάς βορά.

 

Γύρισα το πρόσωπο… Πάντα με πονούσε,

η θωριά  του έρωτα, το χυτό μαλλί,

το γραμμένο στόμα τους που άκαιρα ρωτούσε,

πόσα μύρια κύματα για το Αϊβαλί;

 

Κυριακή απόγευμα έσπασα τις πλάκες,

κι άνοιξα παράθυρο κόντρα στον Βοριά.

Κάπου έξω μακριά, δέκα σάπιες βάρκες,

βύθιζαν τις πλώρες τους ήδη μια οργιά.

Παρασκευή 5 Μαρτίου 2021

 

Δεύτερη ζωή

Δε νταγιαντώ μιά δεύτερη,

ζωή να ματαζήσω,

ότι γυμνώθη το κορμί,

και πώς να το ενδύσω,

 

που ΄ρθε στραβά και γέρασε,

ψυχή κλωτσώντας όξω.

Κάλιο λοιπόν στηθάρι μου,

σε σπάθ΄απά να σπρώξω,

 

παρά για δεύτερη ζωή

να δώκω το καπάρο.

Πρώτη, χολές με μπούχτισε,

δεύτερη, δε θα πάρω.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2021

 

Πρωσοχί ο σκίλος δανκόνι

 


Πάνω σε θύρα σιδερόφρακτη,

κάποτε στη παλιά Μεθώνη,

μια πινακίδα ανορθόγραφτη:

ΠΡΩΣΟΧΙ Ο ΣΚΙΛΟΣ ΔΑΝΚΟΝΙ

 

Έσπρωξα και εισήλθα τρέμοντας,

τον σκύλο μην και ανταμώσω,

κι άξαφνα μού κριν΄ένας δαίμονας:

« Από τα δόντια σου ας γλυτώσω…»

 

Μιας κάποιας ηλικίας πια

Δυό γύρες, πόδια μού ΄κοψαν

κι αναπνοή συνάμα,

και βγήκ΄ένα σκατόπαιδο:

«Αυτό κι αν είναι δράμα…

 

Εσέ που αυχένα σήκωνες,

τσιγάρο Μετς-Χασάνι,

έφτασ΄η ώρα κι η στιγμή,

χελώνα να σε κλάνει».

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2021

 

Το  ξύλινο πορτί

Το ξύλινο ηχάς πορτί,

κι η μάνα σου σε κρένει,

από του Άδη τη μονιά:

«Κλωστίτσα που σε δένει,

 

με της ζωής τη θερμασιά,

μη κόψεις σπλάχνο ακόμα,

ότι πικρός ο θάνατος,

βαρύ πολύ το χώμα.

 

Το ξέρω πως μπιζέρισες,

να καρτεράς τη μέρα,

που θα σου δώκει μια χαρά.

Μα η μέρα δίχως χέρα,

 

ποτές δε φέρνει τίποτα.

Στην έλλειψη αρκέσου…

Κάμε καρδιά, στο μεσιανό

κατάρτι βάλε δέσου».

 

Το ξύλινο ηχάς πορτί,

κι η μάν΄αποθαμένη

είκοσι χρόνους σου μιλεί,

σάμπως εκεί να μένει.

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2021

 

Ένα κορίτσι

Ήσουν σε μια χωμάτινη αλάνα,

ένα κορίτσι με ποδιά και τσάντα,

που τρέχοντας λαφίνα προς τη μάνα,

χρόνια ζαλώθηκε ξάφνου σαράντα.

 

Σκύψε χλωμή μου  φίλη,

νερό που δεν θολώνει,

να πιεις εδώ κρυφά,

που ο θάνατος ζαρώνει.

 

Ήσουν σε μιαν αυλή παλιού σχολείου,

με δυο σου φιλενάδες και σχοινάκι,

και τώρα κάποιου δαίμονα γελοίου

το άθυρμα, ξορκίζεις την φενάκη.

 

«Και βήμα πρόσθες»

«Και βήμα πρόσθες» νεύαν οι παλιοί,

μανάδες-πατεράδες με μασέλα,

σαν δίνανε κοντούτσικο σπαθί,

του νιού που΄χε τον πούτσο του Τζαβέλλα.

 

Δεν φτάνει δα ένα όπλο…Και ψυχή

χρειάζεται και μάτι να γυαλίζει,

προπάντων ένα κέρας να ηχεί,

από πλατεία Βάθη μέχρι Γκύζη.

 

Και τώρα εσύ ο δειλός ζητάς παρά,

φρεγάτες να ψουνίσεις, αεροπλάνα.

Πώς γι΄άλλους ΄ξήγα  χέστη, φουκαρά,

έφτανε το δικέλι κι η  τσουγκράνα;

 

«Και βήμα πρόσθες» κι άϊντες να σε ιδώ,

που γένηκες περίγελο των πάντων,

ξεχνώντας ποιοί γεννήθηκαν εδώ,

σε τούτο το  φυτώριο γιγάντων.