Δευτέρα 8 Οκτωβρίου 2012


    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΜΟΝΟ

 

Φωτογραφίες μόνο και μια θλίψη

που πάντα παίρνει σάρκα και οστά

τις νύχτες. Θάνατο καθείς χρωστά

και χύμα φρέσκια, ημερήσια τύψη.

 

Φωτογραφίες μόνο όλο κηλίδα,

και μνήμη σταυρωμένη από καιρό.

Χρειάζεται κουμάντο πια γερό,

λεφούσι σα ξεχύνεται η Ακρίδα.

 

Φωτογραφίες μόνο, τραβηγμένες

σε γάμους, σε τραπέζια, σε χαρές.

Απόκοσμο τοπίο, οινοβαρές,

γιομάτο με μορφές καθημαγμένες.

 

Φωτογραφίες μόνο. Ένας βίος

δε φτάνει. Οι νεκροί τόσοι πολλοί.

Στου χωροχρόνου εδώ την εκβολή,

φτάνει ο λυγμός να ακούγεται αστείος.

                Φυλλάδιο μετά θάνατον

 

Τη θάλασσα γνωρίσαμε από τα καφενεία,

μ΄έναν καφέ πολλά βαρύ κι ένα βιβλίο στο χέρι.

Αθροίσαμε στους ουρανούς των άστρων τη πενία,

σε κάποιο ντοκ προσμένοντας το τελευταίο φέρυ.

 

Ταξίδι μας μοναδικό, ΜΕΘΑΝΑ-ΠΟΡΟΣ-ΥΔΡΑ.

Κι αυτό, με τέσσερα μποφόρ, χαρά για τα παιδάκια.

Ακόμη κι έτσι κάμψαμε το γόνυ στη κλεψύδρα,

γοργά να ΄ρθει το πρωινό ν΄ανέβουμε σκαλάκια.

 

Γλυκού νερού ταξιδευτές, πάρτε κι εμέ μαζί σας

και καύκαλο γυαλιστερό δώστε μου να κρατήσω.

Σαν τον Αμλέτο να ριγώ στα πρόθυρα της λύσσας,

<<Άμποτε ενός πειρατικού σανίδι να πατήσω>>.

 

Απαντοχή γλυκόπικρη μεσ΄τ΄αστικό σαλόνι,

το ΚΑΛΥΨΩ με τον Κουστώ στις θάλασσες του Νότου.

Πιέζει ο γέρος φτύνοντας κουβέντες να μ΄ αγχώνει,

κιοπέγγια πως θ΄ αναγκαστεί, να κλείσει λόγω φόρτου.

 

Με χαρμολύπη καρτερώ στη πλάκα μου απάνω,

να γράψουν με μοράβια ποιητική αδεία:

ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΧΑΜΕΡΠΗΣ ΤΩΡΑ ΓΥΡΝΑΕΙ ΣΟΦΡΑΝΟ

ΤΗΣ ΑΛΛΗΣ ΟΧΘΗΣ ΝΑΥΤΙΚΟΣ ΦΙΛΟΣ ΤΟΥ ΚΑΒΒΑΔΙΑ.

         Σωκράτους λόγοι

 

Φυγόκεντρος και πλάνης αιωρούμαι

σε  καπηλειά υπόγεια του ουρανού,

σαν θέλεις σύρε κι έλα να βρεθούμε,

στη  κοίτη τη ξερή του Ηριδανού.

 

Φέρε μαζί σου κι ένα γιουκαλίλι

και εκείνα τα στιχάκια τα μισά.

Σαν θα περνάω τη στενή τη πύλη

αγέρας μπάτης θέλω να φυσά.

 

Στο στόμα το φαρμάκι επιμένει.

Το πλοίο το ιερό, η φυλακή.

Απ΄όλα εκείνα αλήθεια τι απομένει,

παρά μια ανάμνηση κι αυτή κακή;

 

Γεμάτο το κεφάλι ναφθαλίνη

μπαμπάκια το κορμί και άχυρο.

Εντός μου μια απλώνεται γαλήνη,

το παρελθόν κηρύσσει άκυρο.

 

Με ξέχασες; Ας είναι, τι με μέλλει;

Τους φίλους σε τεφτέρια δεν κρατώ.

Τα δάχτυλα δε βάζω εγώ στο μέλι,

Κι ολόισια στη λήθη περπατώ.

 

 

 

 

 

 

 Ύστατο γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ

 

Σου στέλνω Καίσαρα τούτο το γράμμα,

σαν ύστατο αποχαιρετισμό.

Πριν από λίγο, έχασα τη ντάμα

κι ίσως θυμάσαι εκείνο το χρησμό,

που μου χε δώσει η γύφτισσα στη Δράμα.

 

Γεμίζουν προσευχές τα παρεκκλήσια.

Μεταλαβιά μοιράζουν μαστροποί.

Το δρόμο παίρνω με τα κυπαρίσσια

και πριν χαθώ στην πιο πικρή σιωπή,

τον χάρο πολεμώ παλικαρίσια.

 

Σα πλοίο φορτηγό πλέω τη Μάγχη

με φοβερή φουρτούνα στο μυαλό,

ρότα να βρω παρόλη τη στηθάγχη,

μήπως και βγω κουτσά-στραβά γιαλό,

στη μοίρα μου γυρίζοντας τη ράχη.

 

Και εγώ που ξέρω Καίσαρ τι μας σώζει,

το ρήμα θα εκφέρω σκοτεινό

και στο μπερντέ θα βγω του Καραγκιόζη,

για να κρατήσω ρόλο ταπεινό,

αυτό το ρόλο φίλε που μ΄αρμόζει.

 

   

Των Ημερών Ο Παλαιός

 

Σε σκωληκόβρωτα κιτάπια,

σκύβει ο Θεός και προσκαλεί,

το Πλάσμα Του κι απά στη ντάπια,

κρυφοτραβάει του το χαλί.

 

Οίκτο δεν ξέρει παρακάλια,

σάκους γιομίζει με κεφάλια.

 

Το μάτι Του κακό σκορπίζει,

τρόμο, λυγμό και ταραχή,

αίματα ολόγυρα ραντίζει

για μάθημα και διδαχή.

 

Γονατιστό θέλει το βιός Tου,

ταχύ το τέλος του αρρώστου.

 

Κοκκάλια στρώνει και κοιμάται,

στου Παραδείσου τη μονιά.

Σοφία Θεία προσμετράται,

κάθε Του στραβοτιμονιά.

 

Αλί στον Άνθρωπο και κρίμα

tέτοιας Πληγής να γένει θύμα.

 

Βάζει φωτιά, σίδερο ανάβει,

βασανιστήριο ποθεί.

Άπατο στέλνει το καράβι

μην και το γόητρο τρωθεί.

 

Θεό Tον κράζουν μα είναι νούλα,

της γειτονιάς μια γυναικούλα.

 

 Παραμονές Δευτέρας Παρουσίας

 

Των άστρων η καντάτα τελειώνει,

μπαίνουνε μπρος σκληροί μηχανισμοί,

κι ότι απομένει, του χαμού χρησμοί

παραχωμένοι μες΄σε φρέσκο χιόνι.

 

Τρεκλίζουνε οι μέρες στην ασβόλη,

με μάτια σκεπασμένα ερμητικά.

Ο ήλιος ανατέλλει δυτικά,

θανατικό σκορπίζοντας στη πόλη.

 

Ο ταχυδρόμος γέρασε και πάει.

Μαζέψανε τα σύνορα σκουριά.

Δεμένη η Ανθρωπότης με λουριά,

μήτε που κλαίει πια, μήτε γελάει.

 

Στη σφαίρα μπρος τη γυάλινη η Πυθία,

ψελλίζει επερχόμενα δεινά.

Τα λόγια της ανέκδοτα φτηνά

κι απρόσιτη θεά η Παραμυθία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρείς φωτογραφηθήκαμε

 

 

Τρείς φωτογραφηθήκαμε

και έχω μείνει ένας.

Όπως τα έφερε η ζωή,

τι ένας, τι κανένας.

 

Κοιτάξαμε ίσα μπροστά

της μηχανής το μάτι,

δεν θα φτανε ποτέ για μας,

η ώρα, η δωδεκάτη.

 

Δεν ξέραμε πώς το βουνό,

το τρώει το λατομείο,

χρόνος ιατροδικαστής,

στήνει νεκροτομείο.

 

Με μέθοδο και σύστημα

μας βγάλαν απ΄τη πόρτα,

καθώς γριά σε οικόπεδο

σκυμμένη μάσει χόρτα.

 

Τρείς φωτογραφηθήκαμε

και έχω μείνει ένας.

Όπως τα έφερε η ζωή,

τι ένας, τι κανένας.