Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012


Απολογισμός και κατάληξη

 

Πέταξα τα δεκανίκια στη φωτιά

και της Πρώτης της Ανάστασης την ήττα.

Κάτι μήνες που χαν μείνει ως τα πενήντα,

δε με μπόδισαν απ΄ την αποκοτιά.

 

Είχα χάσει τη μισή μου τη ζωή,

περιμένοντας σε στάση λεωφορείου.

Μαργωμένος τα παράσημα του κρύου,

ξέκρινα των Κολασμένων τη βοή.

 

Κουβαλώντας ένα κάρο ενοχές,

θύμιζα τσαλακωμένο Σταυροφόρο,

-με ραμμένο στο μανδύα ουροβόρο

ένα φίδι- που προσμένει τις βροχές.

 

Την απέραντη των άστρων μοναξιά

δεν τη γύρεψα, μονάχη της με βρήκε.

Μ΄όση δύναμη μου απόμενε είπα: <<Λύκε

τη καρδιά μου κάνε τώρα μια χαψιά>>.

 

 

 

 

 

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012


       ΜΗΝ ΚΑΙ ΣΚΙΑΧΤΕΙΣ

 

           Στον κ. Μιχάλη Μπουρμπούλη

 

Μην και σκιαχτείς τη συμφορά. Σαν θα ρθει,

νεκρή θα βρει στο στήθος μια καρδιά.

Ας βάλ΄ υπογραφή φαρδιά-πλατιά

κι ένα τρανό στο κέντρο της αγκάθι.

 

Μην και σκιαχτείς τον κοπετό. Σημάδι

απτό του θείου στέκει πανικού.

Φεύγε την αστοχία υλικού,

ομνύοντας στων Λεύκτρων το λιβάδι.

 

Μην και σκιαχτείς της Αγοράς το <<ΟΡΟΣ

ΕΙΜΙ>>, των Κεκαρμένων τη φωνή

την άναρθρη. Το στόμα στο χωνί

σα λύκου μα χαμένος πάγει ο Σπόρος.

 

Μην και σκιαχτείς το πράσινο φωσάκι,

της πόρνης το κλινάρι το λερό,

θα χεις πεθάνει Φίλε από καιρό,

σαν σπάσουν τα οστά  του Καρυωτάκη.

Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012


 

Τελευταία ανακοίνωση

 

Θολό φεγγάρι

που ν΄το λιοντάρι;

Ψυχή - κουβάρι,

κορμί – κουφάρι.

 

Πεύκο κολόνια,

θλίψη γαλόνια,

χιόνια στα κλώνια,

καπνός τ΄ αηδόνια.

 

Έφτασ΄η ώρα του χωρισμού

που να βρω δρόμο;

Είναι τα χρόνια κατακλυσμού,

μου φέρνουν τρόμο.

 

Σημαδεμένος,

τόπος καμένος.

Γυρνώ σα ξένος,

φαρμακωμένος.

 

Κέρινο βράδυ,

φωτιά στ΄Αρκάδι,

βάζω σημάδι,

γλόμπους στον Άδη.

        CINE <<ΑΡΓΩ>>

 

Με βήμ΄αργό ως την <<Αργώ>>

σεργιάνισα. Στη χώρα

τη μαγική που μια φορά,

πήρα τα πρώτα δώρα.

 

Εκεί που << Κάποτε στη Δύση>>,

μια πινακίδα <<Μιτσουμπίσι>>.

 

 

Με βήμ΄αργό ως την <<Αργώ>>

περπάτησα στην μπόρα

κι είδα να στρίβει ολόφωτη

πληγή, μια νεκροφόρα.

 

Μπροστά μου πέρασε σα σφαίρα,

είχε μαζί και τον Πατέρα.

 

Με βήμ΄αργό ως την Αργώ,

πως πέρασε η ώρα;

Πλάι στο κουτί της να θρηνεί,

τυχαίνω τη Πανδώρα.

 

Έκλαιγε για τα περασμένα,

για την <<Αργώ>> και για τα μένα…

 

Με βήμ΄αργό ως την <<Αργώ>>

κι απέ κει κατηφόρα,

καμπούρη έχω σύντροφο

και παραστάτη τώρα.

 

Με εισιτήριο στη τσέπη

για της <<Αργώς>> την Άγια Σκέπη.

 

 

Σημ. Καμπούρη λέγαμε τον ταμία του κινηματογράφου <<ΑΡΓΩ>>, λόγω της εξαιρετικής του κυφότητας. Κατά τα άλλα υπήρξε ένας εξαίρετος κύριος, πάντα όμορφα ντυμένος και καθαρός με μιαν ευγένεια στο πρόσωπο και στις κινήσεις που σε καθήλωνε. Αιωνία του η μνήμη.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012


     Ό Άσωτος

 

-Ψήσε μάνα ένα τσάγι

κι έλα κάτσε δω σιμά.

Πιάσε τα πατερημά,

η πληγή αίμα ξερνάει.

 

Μ΄έδιωξε από το σπίτι,

στα καλά καθούμενα,

νήμερα Χριστούγεννα,

με σκυλόβριζε <<αλήτη>>.

 

Τι της έκαμα μανούλα,

μήτε που κατάλαβα.

Ζέστανα το Ζάσταβα

και μπουχός απ΄τη Μαγούλα.

 

Γκόμινες ποτές δεν είχα

πάνω από τέσσερις.

Τρύπιος τώρα τέντζερης

με κομμένο πια τον βήχα.

 

Ήμουν σπίτι-καφενείο

πάντοτες στην ώρα μου.

Θύμωσ΄η Θοδώρα μου

και τα πήρε στο κρανίο.

 

Κάμε μάνα μου τη χάρη,

πάνε παρακάλεσε.

Βάλε μύλο, άλεσε,

τι σου γίνομαι ταγάρι.

 

Βάλε παραμύθι μάνα

πως θ΄αλλάξω πάραυτα,

για θα πάω άκλαυτα

από την κρεμανταλάνα.

 

Σάββατο 27 Οκτωβρίου 2012


 

Άτυχος έρωτας

 

Στ΄αγκίστρι καρφωμένος σπαρταρώ

του Ήλιου. Κι αν πεθαίνω, δε με μέλλει.

Γένηκα φευ στο στρώμα σου μπιζέλι,

μια Πυραμίδα δίχως Φαραώ.

 

Κοντά σου ορφανή ήμουν σκιά,

φάσμα κυφό στο λίκνισμα της μέρας,

πανάκι βατεμένο μπάτη αγέρα,

σε άντρο κορασίδων μια γριά.

 

Δεν ήταν έτσι πάντα. Μια φορά

μου χάριζες Μαγιάτικα στεφάνια.

Πως μ΄έριξες στο πάτο, στην ορφάνια

ακόμη ο νους μου ο γλίσχρος δεν χωρά.

 

Θ άντέξω… Χορτασμένος συμφορές

ανάβω της καρδιάς το καμινέτο,

ένα καϊφέ να φτιάξω νέτο σκέτο,

γυρεύοντας χρησμό στις Αγορές.

 

 

Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2012


Συνέργεια σε Απόδραση Κρατουμένων



Στο Κηπουρό, ποιος δίνει σημασία;

Έτσι κι αλλιώς στο κλάδεμα ενδίδει,

κάθε που σέρνεται τυφλό το Φίδι,

απά στη πρώτη τ΄Άγχους υγρασία.

 

Ρούχο στενό. Κιστέρνα μουχλιασμένη.

Φιλήδονο το στόμα συλλαβίζει

Επίκουρον από το ρωγοβύζι

ως τη στερνή ανάσα… Τι απομένει;

 

Λυγρή αυδή ως Επιτάφιος θρήνος,

κάποιου που παραδέχτηκε την ήττα,

χαλώντας τη ζωή του για μια Ρίτα…

Μαζί του γερασμένος Αρλεκίνος,

 

στραβοπατώ και παίρνω την ευθύνη

των λόγων που θα πω: <<Δότε μοι ώτα,

τιμόνι στρέψτε, την άλλη πάρτε ρότα,

τι μύρισε ο Τόπος ναφθαλίνη>>.