Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2014


Η Τρυφερή Αγάπη
 
Μιας τρυφερής αγάπης τα ενώτια,
ταιριάζω πριν ορύξω λεωφόρους
βουστροφηδόν βαδίζοντας προς νότια,
με φίλους από έξη σαρκοβόρους.

Η πρώτη σφαίρα πάντα κατακούτελα,
η δεύτερη τσαντίρι στο συκώτι.
Ζητιάνου φορεμένος βρωμοκούρελα,
στις στέπες θα ζητήσω αιμοδότη.

Και σαν ο πετεινός λαλήσει Σίβυλλα
και πάρουν τα βουνά να μεγαλώνουν,
μιας Κυριακές οι Μάυδες θρασύδειλα,
θ΄αρχίσουν δίχως οίκτο να σκοτώνουν.

Μιας τρυφερής αγάπης το κροτάλισμα
στ΄αυτιά μου. (Μαντολίνο αναπήρου).
Λειψό, πάντα αυθαίρετο το άθροισμα
κι εγώ υποσημείωση του απείρου.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014


Μια Κυριακή

Μια Κυριακή θλιβή καθώς την γέννησε,
στις σκάλες το παλτό τ΄αναστημένου
Χριστού, δρεπάνι των κλαυθμών με θέρισε,
σα ρόδες ατσαλένιες κάποιου τρένου,

που τέμνοντας θρακιάδες μες στ΄απόγιομα
τραβούσε για πατρίδα ξεχασμένη
από θεούς κι ανθρώπους.«Σίγα Yo Yo Ma,
η πέμπτη Bach, μπορεί να περιμένει».

Μια Κυριακή θλιβή με τον ασύρματο,
μηνύματα βομβάρδιζα τον Άδη.
«Το χέρι που σε τρέφει σκύψε φίλα το,
σαν θέλεις να την βγάζεις πάντα λάδι».

Δεν άκουσα. Τους Νόμους καταπάτησα
και βρέθηκα με το παλτό στις πλάτες
ίδια φονιάς να τριγυρνώ. «Δυο Cutty Sark
για με διπλά κι ελλέβορο στις γάτες».

 

Δευτέρα 27 Οκτωβρίου 2014


Ο Γέρος με το Φλάουτο

               Στον κ. Δημήτρη

Ο γέρος με το φλάουτο ξεψύχησε,
Ανάληψης στο Κρατικό Νικαίας.
Μινόρε συγχορδία la μια ήχησε,
σημαίνοντας την πτώση της αυλαίας.

Ο πρώτος ο γιατρός ήρθε ως κοίμηση,
ο δεύτερος, τομή, βηματοδότης,
ο τρίτος Jacob Marley στις τρεισήμισι,
ο τέταρτος hidalgo Δον-Κιχώτης.

Ο γέρος με το φλάουτο κουράστηκε.
Τις φλέβες του δοκίμασε με τζάμι.
Κάποιος ψηλά βαριά τον καταράστηκε
και λύθηκαν του «Φίγκαρο οι Γάμοι».

Παρασκευή απόγιομα τον θάψανε,
με το φλουτί ανάμεσα στα χέρια.
Εδώ οι νεκροτόμοι χείλη ράψανε,
μ΄αυτός φυσά καντέντσες απ΄τ΄αστέρια.

 

Κυριακή 26 Οκτωβρίου 2014


Ξημέρωσε στα κόκκινα
 
Ξημέρωσε στα κόκκινα. Μια θύελλα
εντός μου, όπου να΄ναι θα ξεσπάσει.
Τσαούσης ο Θεός ραντίζει πτύελα,
αυτόν που δεν φροντίζει να γεράσει.

Οι μέρες προχωρούν προς την κατάπληξη,
κρατώντας τον ρυθμό με το τυμπάνι.
Την ξέρω από τώρα την κατάληξη.
Ταφί, μια μαυροφόρα: « Που ΄σαι Γιάννη;»

Η λήκυθος σε ράφι κλυδωνίζεται,
συντρίμμι απ΄τα βάρη των αιώνων.
Για πε μια τέτοια μάχη πως κερδίζεται,
σε γήπεδο στημένο παραφρόνων;

Ξημέρωσε στα κόκκινα. Το πνεύμα μου,
σαν άτι γαυριασμένο χλιμιντράει.
Ένας Ερμής υπάρχω ακροκέραμου,
που ώρες για την θραύση του μετράει.

Πέμπτη 23 Οκτωβρίου 2014


Ο Συννεφοπαντελόνης

Μια συννεφιά λυκόσχημη με πλάνταξε,
τους ουρανούς βρωμίζοντας της μνήμης.
Χωρίς αιδώ τα πρόσημα παράλλαξε,
μπροστά στις καγκελόπορτες του Νίμιτς.

Φλεβάρης με σχισμένο το πουκάμισο.
Απόπατοι παντού και σκωραμίδες.
Μπροστάρης σε αγώνα μάλλον άνισο,
ανάσαινα να δω Αλκυονίδες.

Μια συννεφιά πιωμένη χλωροφόρμιο,
με σβούριξε στα βράχια σαν χταπόδι.
Στης Κόλασης περήφανα το στόμιο,
βαστώντας ανοιγμένο ένα ρόδι,

ορθώθηκα με άσμα νικητήριο,
τρεφόμενος ορούς της Περσεφόνης.
Κάτι σκαλιά, ταράτσα, σιωπητήριο
κι αφέθηκα συννεφοπαντελόνης.

 

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014


In Taberna Quando Sumus

 
Τα πάθη των Μηλίων με μαργώσανε,
Παρασκευή σε χασαποταβέρνα.
Γκαρσόνια τον Πολύφημο τυφλώσανε,
απάνω στο «εβίβα» και στο «κέρνα».

Κρασί θολό, οι σάρκες μας σε κάνιστρα.
Δικές μας; Των Βαρβάρων; Ποιος να ξέρει…
Εγώ μηδέν, ο Θέμης τόνο άριστα
κι ένας Χριστός- Σωτήρας με νυστέρι.

Ο μπουζουξής αφήκε το μικρόφωνο
και στρέφοντας στις θύρες τις κτισμένες,
τραγούδησε παιάνα ελληνόφωνο,
με φρένες από κάπνα συγχυσμένες:

«Τα πάθη των Μηλίων δυσανάλογα.
Ως πότε πια καημός θα μας θερίζει;
Ας εγερθούμε Φίλοι. Τα παράλογα,
απόψε δω ξορκίζονται, στου Γκύζη».

 

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014


Ο Ψευτογιάννης
 
Με σφράγισε Θεός με μολυβδόβουλο,
βατεύοντας τη μάνα μου μια Τρίτη.
Τα μάτια, δυο πληγές από παιδόπουλο,
αθέλητα με σπρώξανε Προφήτη.

Ένα σφυρί η γλώσσα μες στο στόμα μου.
Αυτούλες τους; Χωμάτινες υδρίες.
Στις όχθες νηστικός του ξεροπόταμου,
δεν πρόφταινα ξωμάχους με μωρίες.

Και μιαν αυγή,(ποιος τάχα το περίμενε),
πριν νά ΄βγει πετεινός στο μεϊντάνι,
παιδί ουτιδανό είπε: «Περίμενε,
εσέ δεν κράζαν Γιάννη Ψευτογιάννη;»

Με σφράγισε Θεός, μα κόπος άδικος.
Χαμένα όλα τράβηξαν προς γκρέμια.
Σ΄ένα σταυρό τρείς μέρες στέκω άλικος,
με περασμένα χάμουρα και γκέμια.