Ο
Αποσυνάγωγος
Αποσυνάγωγος
θα βγω,
στη
γύρα μ΄ένα ντέφι
και
το αρκούδι της ψυχής,
νήστικο
δίχως κέφι,
να
σεργιανίσω γειτονιές
κι
ανήλιαγα καντούνια,
από
το στόμα βγάζοντας
φωτιές
κι απ΄τα ρουθούνια.
-Πες
μας μωρέ για το πικρό,
του
μήλου το κουκούτσι!
-Της
γνώσης η αφροντισιά,
έφερε
το παπούτσι
και
πανταλόνι και παλτό
το
ξύλινο και τ΄άλλο!
-Πολλά
μας λέγεις, φρέναρε!
-Μαλώστε
με αν σφάλω!
Αποσυνάγωγος
θα βγω,
του Σατανά καντόνι,
να
κατοικήσω τρώγοντας,
ντιάβολα
μακαρόνι.
Στη
σωστή πορεία
Μιλάς
με γρίφους, κωδικούς
κι
αινίγματα πρησμένα,
από
του χρόνου τις γροθιές.
Αστέρια
ζαλισμένα,
της
θλίψης σου καματερά,
φωτοβολούν
τη μέρα.
Όρτσα
πανιά τρελόγερε…
Καλά
τραβάς για ξέρα!
Ξένοι
πια
Άσε
τον «Ξένο» του Καμύ,
απάνω
στο τραπέζι
και
βάλε Μάλερ Τέταρτη,
ως
το πρωί να παίζει.
Τα
λόγια πια δεν ωφελούν…
Ο
κόσμος μας σε χάση,
σ΄έχει
μαργώσει για καλά,
έχει
κι εμέ γεράσει.
Χειμώνες
δέκα ζήσαμε,
φιλί-κλειδί
μα τώρα,
το
κολασμένο της κουτί,
ανοίγει
η Πανδώρα.
Και
σαν το πρώτο φως φανεί
και
σαν ξημερωθούμε,
σε
δίχως άλας αγκαλιές,
θα μάθουμε να ζούμε.
Αττικός
Δείπνος
Κάτω
απ΄το φως το Αττικό,
φιγούρες
Καραγκιόζη,
που
νοματίζονται Γραικοί
-ο
Γεραμπής να σώζει-
κεμπάπια τρώνε στου Ψυρρή,
παιδοβινούν
στην Πνύκα
κι
άμα καθήσουν δύσκολα,
«μολών»
κι «εν τούτω νίκα».
Και
σα νυχτώσει για καλά,
πριν
πέσουνε για ύπνο,
του
Γιούδα βάζουν το πετσί,
στον
Μυστικό τους Δείπνο.
Η
Εκδίκηση
Μαύρος
χειμώνας στο κορμί
και
στη ψυχή ραγιάνι,
ενώ
με κράζει Άγγελος,
με
τ΄όνομα μου: «Γιάννη,
τι
θες τα φληναφήματα
και
τα βαριά τσιτάτα.
Ρίζος
ο νους σου κωμικός,
πλην
ο Χρονάρχης γάτα
και
στο φυλάγει μια φορά,
που
σάλευες Θωμάκος.
Τώρα
να σ΄έδω μάγκα μου,
τι
μένει συ κι ο λάκκος».
«Ο
ΔΙΓΕΝΝΗΣ»
Σπάστε
Γραικοί τη μέση σας
στο
πέρασμα του χρόνου,
καθώς
παντιέρα κουρελού
με
στάμπα ημιόνου,
τανιέται
εις μάτην για γονείς,
παιδιά,
σκυλιά, εγγόνια,
σαβανερά
σκεπάζοντας,
τέως
μαρμαραλώνια.
Κι
ο «ΔΙΓΕΝΝΗΣ» με δύο νι,
ταμπέλα
ιδές και ξέρνα,
σε
καλντερίμι χάρβαλο
μια
κοσμική ταβέρνα.
Ένας
Κουραμπιές
Ασπιδοφόρος
κίνησα για πόλεμο νωρίς,
απ΄τους
μυκτήρες βγάζοντας της μάνας μου το γάλα,
με
του Χριστού τη προσταγή: «Μπροστά όσο μπορείς,
κι
αν είν΄γραφτό σου να χαθείς, την πρώτη δέξου μπάλα».
Μια
Τριταυγή ο θάνατος μου χάρισε γλυκά,
Παρασκευή
με φίλεψε ψωμί και σοκολάτα,
Δευτέρα
μου παιάνισε τραγούδια επικά
και
μ΄έστειλε να πορευτώ ξυπόλητο στα βάτα.
Οι
σφαίρες γύρω σφύριζαν σα φίλοι γκαρδιακοί,
που
θέλησαν μαλαγουζιά μαζί μ΄εμέ να πιούνε,
σε
μια ταβέρνα με μεζέ σαρδελικό πλακί
και
για κοπέλες πεταχτές τα πρόστυχα να πούνε.
«Δειλό»
με κράζει ο Λοχαγός, «κιοτή» ο Στρατηγός
και
τα κουμπιά μου ξήλωσαν, εθνόσημο, σειρήτι,
πλην
ξάφνου ειρήνης άγγελμα εστάθη χορηγός
κι
αντάμα μ΄ούλο το χακί μ΄απόστειλαν στο σπίτι.
Δίχως
ασπίδα κίνησα με νου μου στη Κλωθώ.
Η
διάτα της; «Κρεβάτι σου γοργά κι εφημερίδα»,
μα
πριν καν στρώσω σέντονο, προτού κουκουλωθώ,
βαθιά
σε τάφο βρέθηκα βαστάζοντας στλεγγίδα.