Ο
Αθάνατος

Χρόνους
πατείς τα χώματα,
χωρίς
αιδώ και σκέψη,
μα
σαν το χώμα σηκωθεί,
την
κάρα σου να στέψει,
με
το σκουλήκι το καλό,
την
σαύρα και το φίδι,
όμμα
υψοίς στους Ουρανούς,
μαζί
ζερβί το φρύδι
και
κρένεις του Πανάγαθου:
«Θε
μου πολλά μου μπαίνεις,
που
δεν νογάς ων Κύριος,
πως
είναι να πεθαίνεις».
«Δεινά
του να ΄μαι Αθάνατος,
με
΄κάμαν να σε στέλνω,
να
κυλιστείς στα χώματα.
Άσε
μου το γκουβέρνο».
Ένας
κομπάρσος
Δειλά
τα λόγια μου θα πω
σαν
έρθει ο καιρός μου
και
τη σκηνή θ΄απαρνηθώ,
στα
θέατρα του κόσμου.
Τα
παλαμάκια θόρυβος,
αυτόγραφα
δεν δίνω
και
κατά μόνας προτιμώ,
πληγές
παλιές να ξύνω.
Φίλοι με λέγουν: «Τόλμησε,
πρώτο
να παίξεις ρόλο».
«Πρώτος,
στερνός θα ξεχαστεί»,
τους
κρένω. «Έχεις δόλο»,
μ΄ανταπαντούν
«και μάλιστα,
γουστάρεις
τη φιγούρα».
«Ντουγρού τραβάτε τη μακριά,
να
παίξετε γαϊδούρα».
Έτσι
κιοτής ηθοποιός,
που
τον ξεχάσαν όλοι,
ένα
Μαγιάτικο πρωϊ,
θα
φύγω από την Πόλη.
Σ΄ένα κιβούρι
Σ΄ένα κιβούρι μια σταλιά,
σάρκα πενήντα οκάδες
και γύρω μαύρες μέλισσες,
οι μέρες οι αποφράδες.
Ποιος τραύλισε για έρωτα,
πλούτο, κρασί και τέτοια;
Τώρα που στράβωσε ο καιρός
και παν΄ τα μπερεκέτια,
ο σκώληκας χρυσό κρανί,
στρώνει στη κεφαλή του,
την γλώσσα βγάνει και στριγγά,
ψάλλει του αποβλήτου:
«’Αιντες θνητάρι, τράβα στο καλό…
Χρωστούσες τύχη σου σ΄έναν φαλλό
και σε μια μήτρα κάπως βολική.
Ήττα πια γεύσου, ήττα ολική».
Σ΄ένα κιβούρι μια σταλιά,
μνέσκω χωρίς ανάσα,
σαν οδοιπόρος νηστικός,
που πιάστηκε στα πράσα.
Αγάπη Μυστική

Τουλίπες στα κατσάβραχα
και στα εντός μια γλύκα,
από αγάπη μυστική.
Μ΄ένα εν τούτω νίκα,
κινώ γι΄αμάχη Κύπριδα,
που θα μ΄απολωλάνει.
-Σαν τι ΄ναι λέτε ο άνθρωπος;
-Σάρκα, ψυχή και πλάνη.
Τα
Βερεσέδια
Ξυπνώ,
κοιμούμαι πάντα εκεί,
τρεις
μάγοι δίχως δώρα,
που
σα ρωτώ: «Ξηγάτε μου
τον
γρίφο». «Διαγόρα»
μ΄ανταπαντούν,
«συγκάλεψε,
και
στάσου μετρημένα».
«Δεν
είν΄ απόκριση αυτή.
Τα
λέτε μασημένα.
Μάγοι
περνιέστε σοβαροί
και
όχι παλοπαίδια».
Τότε
ξερνά ο Ράσμους: «Ρε,
πίσω
τα βερεσέδια
να
δώκεις κι ύστερις μιλείς
και
κάμνεις τον καμπόσο.
Για
να ξοφλήσεις θα γενείς
σαν
τον Αη-Γιάννη Ρώσο».
Κάθοδος
Χωλός θα πάρω ένα πρωί,
τη στράτα των μυρίων
και σαν μυρίσω θάλαττα
κι αποφορά οικείων,
«Δήμητρα» τονθορύζοντας
«και Κόρη παινεμένη»,
σε καφενέ της συμφοράς
στη Νέα Μενεμένη,
των επωμίδων τη σκουριά,
ξανά θε να φορέσω.
Μ΄αντίς πολλά γλυκύ βραστό,
ένα φαρμάκι εσπρέσσο.
Στα
Ψηλά Βουνά
Θα
πάρω σβάρνα τα βουνά,
βοριάλωτες
ραχούλες,
σκάμμα
να τύχω και ταφί.
Ανάμεσα
σε νούλες,
μπιζέρισα
μαθές να ζω,
νούλα
κι ατός μου πρώτη.
Κάλλιο
΄να βόλι στη καρδιά
σα
τον σαλό στρατιώτη,
παρά
πρεσβύτης με ραβδί,
που
τον προγκάν να φύγει,
από
βιτρίνα πορνική.
Για
με ο χρόνος λήγει
και
το ρολόγι δώδεκα,
θα
δείξει οσωνούπω.
Όρνια
γρικάτε και θεριά,
του
σώματος τον γδούπο.