Μέρες με τον Εχθρό μου
Στον Δούναβη τον γνώρισα και στις ακτές του Πάδου
κι άλλες φορές στου Γαλλικού τα σκότεινα νερά,
σαν αγριμιού αποφορά κι οσμή ελαιολάδου,
που ταγκιασμένο χύνεται στων κύκνων τα φτερά.
Όλοι μου λέγαν: «Ξαποδός! Μην σκιάζει σε η λέξη
και φρόντισε τα πόδια σου στους ώμους κερατά,
προτού σου γένει το χτικιό δεύτερη φύση κι έξη,
και πάρεις σβάρνα μόρσιμους εδώ στα Διαβατά».
Μονάχος κούτσα το στρατί, ξοπίσω γέρο-Άδης:
«Πάρε και μένα σύντροφο να τρώμε το ψωμί,
μέχρι ταχιά να φτάσουμε στις παρυφές της Γάνδης,
σα φιλαράκια μπιστικά που πάγουν μια εκδρομή».
Κι εγώ που είχα στην ψυχή το τρέμισμα της φλόγας,
πένσα, νυστέρι, ραφτικά, ζυγό νεκροτομής,
ομνύοντας στα πάτερα Βαρναλικής υπόγας,
μιανής γκαρσόνας γύρεψα το τραύλισμα χλωμής.
«Φέρε κρασί Ασύρτικο και
βάλε τον Δυνάστη,
πρώτο τραπέζι μ΄αλλουνού να παίζει την ζωή.
Για μένα πια Σχιστή Οδός και μάνα Ιοκάστη
κι υδάτων μαύρων της Στυγός ακοίμητη ροή».
Συνήθιζε
Τον
θάνατο συνήθιζε δωρίζοντας του λώρο
κι
ένα περκάλι δροσερό να γείρει σαν παιδί,
που
Μάη μήνα της φωτιάς πεθύμησε τον Μόρο
και
του Σοπέν Νυχτερινά στην έρμη Νυνευί.
Σκύλες
λυσσάρες οι ψυχές βυθομετρούν του Κλέφτη
το
πάτημα το φοβερό στο γκούλαγκ της αυλής,
ουρά
τους χαμηλώνοντας σαν μια οσμή από νέφτι,
τες
πνίγει απ΄το πλυσταριό κυφογριάς σαλής.
Κι
έτσι ξεφτίζει ο καιρός τις ταπεινές προσόψεις,
κι
έτσι το γήρας Σινικά στοιχεία κατελεί,
μέχρι
να΄ρθεί τεφρή στιγμή τα γονικά να δώσεις,
παντοτινά
για φύλαξη σε σκοτεινό κελί.
Τον
θάνατο συνήθιζε και την κοντή ανάσα,
το
ρόδι και τα χώματα που πέφτουν σωρηδόν
απάνω
στο λιανόξυλο, τα μελανά τα ράσα,
τον
ψάλτη που τανύζεται στο βάθρο ως αηδών.
Μα
πιο πολύ συνήθιζε αυτόν που δίχως νόμο,
σου
τσαμπουνά: «συνήθιζε» με πάθος στωϊκό,
για
να σε πιάσει στ΄άξαφνα καημένε από τον ώμο,
καρφώνοντας σε ανάστροφα σε στίχο Δαντικό.
Κενός
Φορτίου
Την
πίκρα μου συγχώρεσε
και
δείξε καλοσύνη,
σε
ναύτη του γλυκού νερού,
ανάμεσο
σε χτήνη,
που
σαν μπιζέρισε τα πλην
και
τα στραβά του βίου,
από
θνητός κατήντησε,
πλοίο
κενό φορτίου.
«Βαθιά
ψυχή μην συντηρείς
τρελέ»,
με συμβουλεύεις.
«Ζήσε
τ΄απλά καθώς παιδί,
μην
στα θολά ψαρεύεις».
Και
πριν προλάβω να σου πω,
δυό
λόγια με ουσία,
ο
Πράκτορας τηλεγραφεί:
«NEXT
TRIP TO ACHEROUSIA»
.
Σταθμός
Λαρίσης
Σεμνός
ο οίκος ανοχής,
ταιριάζει
σε Προφήτη,
που
ίσιο δρόμο έχασε
και
λούφαξε μια Τρίτη,
στης
Κύπριδας τις εγκοπές.
Σχολώντας
βάζω πόδι,
μα
στων πορνών τον κράβαττο,
αντί
γι΄ Αγγαίος βόδι.
Συγνώμη
για την Κόλαση
Συγνώμη
για την Κόλαση
και
τους φρικτούς Προφήτες,
τον
Πέτρο τον προδοταρά,
Παυλή
κι άλλους αλήτες.
Εγώ
σωστά ξεκίνησα,
μέγκλα να σιάξω Πλάση,
μ΄ακτές
αμμώδεις, τρίφυλλα,
φαγιά,
ποτά και δάση,
όπου
ο κάθε μουστερής,
ασμένως
να την βρίσκει,
σε
χόρτα απάνω ξαπλωτός,
αντάμα
μ΄ οδαλίσκη.
Μα
Βελζεβούλ με σκότισε,
παρότι
δεν μ΄αρμόζει:
«Όχι
να κάμεις και Θεό,
τον
κάθε καραγκιόζη».
Κι
έτσι για πάρτη κράτησα,
προνόμια
μεγάλα
και
συ του Αδάμ πλασμόδιο,
βολέψου
με Σουβάλα,
και
Νέα Μάκρη και Σχιστό
και
άλσος του Βεϊκου.
Μ΄αν δεν γουστάρεις σε πετώ,
στο
μασελιό του λύκου.
Συγνώμη
πάλι, σε φιλώ,
μονάχος
βρες μιαν λύση,
και
θα τα πούμε εν καιρώ,
σαν
βάλω μπρος την Κρίση.
Οι
Μάστορες

Στο
θάνατο συνήθιζε
και
στην κακιά την ώρα,
τι
΄ναι σιμά τα υστερνά.
Σου
κρένω Πυθαγόρα,
σκουτιά
της χήρας σου ταχιά,
στον
τάφο θ΄ανεμίσουν.
Αυτιάσου, ήδη οι Μάστορες
βάζουνε να γκρεμίσουν.
Στην
Αρένα
Ταύρε
σημάδεψε ψαχνό,
κατέβασε
μουσούδι
και
καλπασμό συνόδεψε,
μ΄ένα
παλιό τραγούδι,
που
να μιλά για λύτρωση
σ΄αρένα
της Παμπλόνα.
Ποιόν
απ΄τους δυο μας θε να βρει,
το
τέλος του αγώνα;